Μουσείο Τυπογραφείας

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΓΙΟΡΤΗ

Ιστορικά στοιχεία για τον Καθεδρικό Ναό των Εισοδίων, της πόλης μας!

Εορτάζει η πόλη μας, εορτάζει ο Μητροπολιτικός μας ναός, εορτάζομε πάνδημα τα Εισόδια της Θεοτόκου.
Μαζική η προσέλευση των πιστών, παραμονή και κυριώνυμη ημέρα, και καθημερινά, γιατί η Πολιούχος μας, η Προστάτιδα και το Στήριγμά μας, μάς βοηθά, μάς ενισχύει, μάς προστατεύει.
Ευχαριστούμαστε, που κάθε χρόνο, κάθε μέρα, κάθε γιορτή της Χάρης της, βλέπομε τον κόσμο να συρρέει, να προσκυνά, ν’ ανάβει το κεράκι του και να παρακολουθεί Εσπερινό και θεία Λειτουργία, με ευλάβεια.
Και κάποιες στιγμές, σκεπτόμαστε, φαίνεται μάς έμεινε από το μια ζωή έργο μας, το δασκαλίκι, άραγε, όλος αυτός ο κόσμος γνωρίζει κάποια πράγματα για τον ιερό χώρο που ήδη βρίσκεται; Την ιστορία του Ναού, και τόσα και τόσα, άλλα…
Στη συνέχεια θ’ αναφερθούμε σε κάποια.
Με την ευκαιρία όλων των παραπάνω, οδηγούμαστε στα επόμενα.
Ιδιαίτερα βέβαια, για τους νέους.
Για τον Μητροπολιτικό μας Ναό, στα Χανιά, πάνε τριάντα χρόνια από τότε (1988-2018), είχαμε επιμεληθεί ένα δίγλωσσο τεύχος για τη Χάρη Του, αρκετά περιεκτικό και ευπαρουσίαστο, δαπάνη του αείμν. Χαρίδημου Πολυχρονίδη.
Στις 30 σελίδες του, φιλοξενήθηκαν: Πρόλογος του π. Στυλ. Θεοδωρογλάκη, ενδιαφέρον μελέτημα του τότε Μητροπολίτη Ι.Μ.Κ. Αποκορώνου, Σεβασμιωτάτου Ειρηναίου, του νυν Αρχιεπισκόπου Κρήτης, με τον τίτλο: “Ο Καθεδρικός μας Ναός, ως Κέντρο Θείας Λατρείας”, ακολουθούσε το μελέτημα Χαρίδημου Πολυχρονίδη: “Ο Καθεδρικός Μητροπολιτικός ναός των Χανίων”, και το ενδιαφέρον, επίσης μελέτημα του Ιερατικού Προϊσταμένου, Εφημερίου του Ναού, π. Στυλ. Θεοδωρογλάκη: “Η ανακαίνιση του Ναού”. Τέλος, η συμμετοχή μας, ως Επιμελητή της έκδοσης, με τίτλο: “Ο Καθεδρικός Μητροπολιτικός Ναός των Χανίων, σε μεγάλες ώρες της Ιστορίας της Κρήτης”.
Αυτή τη σύντομη εργασία μας, αναδημοσιεύουμε σήμερα, μαζί με τις θερμές ευχές μας σ’ όλους τους Χανιώτες/τισσες, και όχι μόνο, για τη μεγάλη αυτή γιορτή της πόλης μας!
«Ο ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΧΑΝΙΩΝ ΣΕ ΜΕΓΑΛΕΣ ΩΡΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Σταμ. Α. Αποστολάκης
Δασκάλου – Λαογράφου

Στον Μητροπολιτικό ναό της Πόλης μας, τη γνωστή σε όλους μας “Τριμάρτυρη” (Εισόδια  της Θεοτόκου) ευλογήθηκαν τα όνειρα και οι πόθοι μας οι Εθνικοί, η ένωση της Κρήτης, κ.λ. μεγάλοι σταθμοί της Ιστορίας μας!
Απ’ εδώ, επίσης, συγκλονισμένη η Κρήτη σύσσωμη, προέπεμψε στ’ Ακρωτήρι το μεγάλο της Νεκρό Εθνάρχη, Ελευθέριο Κ. Βενιζέλο.
Μια ματιά, στη σχετική ειδησεογραφία του τοπικού Τύπου της εποχής:

1. Ο ΥΠΑΤΟΣ ΑΡΜΟΣΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ, 9.12.1898
“Την 9-12-1898 ο αφιχθείς ως Ύπατος Αρμοστής της Νήσου Πρίγκιψ Γεώργιος κατηυθύνθη εις τον Ναόν των Εισοδίων και εκεί ητήσατο την ευλογίαν του Θεού διά τας υπέρ της Εθνικής Ενώσεως κοινάς, μετά του Κρητικού Λαού, προσπαθείας του…”
(Αναδημ. περ. “Κρητ. Εστία”, τευχ.
149 – 150, Νοε.-Δεκ. 1964, σ. 206)

2. ΕΠΙΣΗΜΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, 1.12.1913
“Την 1-12-1913 ο βασιλεύς Κων/νος μετά του πρωθυπουργού της Ελλάδος Ελευθ. Βενιζέλου, αφιχθέντες εις τα Χανιά, κατηυθύνθησαν εις τον Ναόν των Εισοδίων και εκεί μετά του λαού της Μεγαλονήσου εδοξολόγησαν τον Θεόν διά την δικαίωσιν των εθνικών πόθων και την νικηφόρον επίστεψιν των μακρών και περίλαμπρων Κρητικών Αγώνων…”. Από το επίσημον πρόγραμμα: «…Το, από της πρώτης μέχρι της κυρίας εισόδου του Ναού των Εισοδίων, διάστημα, θα επιστρωθεί με τάπητα. Επί της προσόψεως της εκκλησίας θα αναρτηθώσι δύο μεγαλοπρεπείς επιγραφές με τους ύμνους: “Ευλογημένος ο ερχόμενος” και “Δόξα εν υψίστοις θεώ…”»
(“Ελεύθερον Βήμα”, Χανίων, 30-11-1913)
Από την περιγραφή της τελετής
“…Η πομπή, κατόπιν βαίνει βραδέως προχωρούσα προς τον Ναόν των Εισοδίων εν μέσω ατελείωτων ζητωκραυγών. Πρό του Ναού, διακοσμημένου πλουσίως, υποδέχεται τον βασιλέα ο επίσκοπος κρατών χρυσούν Ευαγγέλιον το οποίον ασπάζεται η A.M. Ακολούθησεν η προσφώνησις του επισκόπου Αγαθαγγέλου και είτα εισέρχεται εις τον Ναόν η πομπή…”
(“Ελεύθερον Βήμα”, Χανίων, 7-12-1913)

3. Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΕΝΙΣΧΥΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟΝ ΝΕΟΔΜΗΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΧΩΡΑΣ (Άνοιξη 1915):
“Η επιτροπή ανεγέρσεως του Ιερού Ναού Αγ. Κων/νου – Ελένης Ν. Χώρας δεν θα κατόρθωνε να φτάσει στην ώρα της, εις τα εγκαίνια (1.4.1915), εάν δεν εδάνειζε ο Ιερός Ναός των Εισοδίων θύρες, κηροπήγια, παγκάρια, εικόνες και ό,τι άλλο εχρειάζετο, από τις αποθήκες του”.
(Φυλλάδιο:“Ιστορία του Ναού Αγ. Κων/νου
Χανίων”, Χανιά, 1931, σελ. 9)

4. ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΜΑΡΤΥΡΗ ΠΡΟΠΕΜΠΕΤΑΙ ΕΙΣ Τ’ ΑΚΡΩΤΗΡΙ Ο ΕΘΝΑΡΧΗΣ ΕΛΕΥΘ. Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, 28.3.1936 “…Κατά την αποβίβασιν του φερέτρου του μεγάλου νεκρού, του Ελευθ. Βενιζέλου, από την βενζίνα του Κακαβέλα, η οποία είχεν διακοσμηθεί με άνθη, σημαίας και πένθη, ερρίφθησαν οι καθιερωμένοι κανονιοβολισμοί και φωτοβολίδες… …Το φέρετρον ετέθη επί κυλίβαντος τον οποίον έσυρον οι βρακοφόροι και έφθασεν εις την εκκλησίαν των Εισοδίων, η οποία από της προηγουμένης είχεν διακοσμηθεί πενθίμως λίαν εμφανώς. Χοροστατούσης ολοκλήρου της Ιεράς Συνόδου Κρήτης, εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία εν καταφανή συντριβή όλου του λαού, επισήμων και μη…”
(“Παρατηρητής”, Χανίων, 28-3-1936)

5. ΤΟΠΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΟΡΤΗ ΚΑΙ ΑΡΓΙΑ Η 21η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΧΑΝΙΑ, 29.10.1947
“Με φροντίδα του Επισκόπου Κυδωνίας – Αποκορώνου Αγαθαγγέλου Ξηρουχάκη, εξεδόθη το από 15.10.1947. Β. Δ/γμα (που δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθμ. 234/29.10.1947, Φ.Ε.Κ. τευχ. Α’), διά του οποίου αναγνωρίζεται η 21η Νοεμβρίου εκάστου έτους, εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, εορτή του Ναού τούτου, ως ημέρα αργίας επίσημος και μόνιμος τοπική θρησκευτική εορτή της πόλεως των Χανίων…”
(περ. “Κρητ. Εστία”, τευχ. 149-150,
Νοε.-Δεκ. 1964, σ. 206)»
Πηγές πολύτιμες για τα παραπάνω, οι εφημερίδες της εποχής, κύρια των Χανίων. Επίσης, το περ. “Χριστιανικόν Φως” και άλλα θρησκευτικά περιοδικά, φυλλάδια, πολύπτυχα και ταξιδιωτικοί οδηγοί.
Σημειώνουμε, εξάλλου, ότι με την φροντίδα του Εφημερίου Ιερατικού Προϊσταμένου του Ναού, πατρός Στυλ. Θεοδωρογλάκη, τέθηκε σε κυκλοφορία, τελευταία, εκλεκτό, πλούσιο περιεκτικό, έγχρωμο τεύχος, για τον Καθεδρικό μας Ναό των Εισοδίων, πολύτιμη πηγή για την Ιστορία, την Εικονογράαφηση, τα πάντα, για την Μητρόπολή μας. Αναζητήστε το!
*** * ***

Και τώρα:
ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ, ΝΑ ΘΥΜΟΥΜΑΣΤΕ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ:
«Συγκλονιστικό περιστατικό, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Χανίων, στις 20-11-1943»
(από τη συλλογή Σταμάτη Απ. Αποστολάκη – Δασκάλου – Λαογράφου)
Το 1976 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του Ζ. Στάλιου, με  τίτλο: “Ο άνθρωπος και το ράσο”. Το αγόρασα. Το μελέτησα προσεκτικά κι όχι μόνο μια φορά. Αναφέρεται στη ζωή του αοίδιμου σήμερα Μητροπολίτη Ειρηναίου Γ. Γαλανάκη, και επιβεβαιώνει τα πάντα που αναφέρονται στις σελίδες του, σωστά! Ο αοίδιμος σήμερα Ιεράρχης μας, βρισκόταν στην Ι.Μ. Γερμανίας “ξορισμένος”. Κείνο το καλοκαίρι, θυμάμαι, ήρθε για λίγο στον τόπο του. Πήρα το βιβλίο, πήγα στη Χαλέπα, κι όταν ευκαίρησε, του διάβασα τα γραφόμενα· και τον ρώτησα:
– Αληθεύουν πλήρως Σεβασμιώτατε;
– Ναι! Σταμάτη, παιδί μου, έτσι ακριβώς έγιναν!..
Και αργότερα, πολύ, ξαναπήρα επιβεβαίωση κι από το έργο του Θεολόγου Καθηγητή κ. Παντ. Ι. Μαριακάκη: “Ορθοδοξία και Ελληνισμός” (Αθήνα, 2005, σχ. 8ο, σ. 280), στη σ. 97-98, αλλά και από πολλούς άλλους.
Έτσι, το αναδημοσιεύομε στα έγκριτα “Χανιώτικα νέα), τις ημέρες ακριβώς του συγκλονιστικού αυτού συμβάντος (20.11.1943), ύστερα από 75 χρόνια, πιστεύοντας πως από τα ουράνια που βρίσκεται ο πολυσέβαστος Άγιος Ιεράρχης μας Ειρηναίος, θα ευχαριστηθεί, γιατί η ευλογημένη πορεία Του, δεν ξεχνιέται…
Το σχετικό απόσπασμα από το έργο του Ζ. Στάλιου: “Ο άνθρωπος και το ράσο”, σ. 70-77:
«… Ήταν στις 20 Νοεμβρίου, παραμονή των Εισοδίων της Θεοτόκου, του 1943. Ο ουρανός ήταν κλειστός, τα σύννεφα χαμηλά, κοπάδια κοπάδια γλύστραγαν πάνω από τη θάλασσα. Αραιές σταγόνες έπεφταν από ψηλά, χόρευαν τις βουβές καντρίλιες τους, χτένιζαν τον αέρα, λαίμαργα ρουφιόντουσαν από τη γη. Τα δέντρα ήταν γυμνά, σαν σκελετοί, τα κλαδιά τους σάλευαν, υψώνονταν σε μια απελπισμένη ικεσία. Η πολιτεία είχε ένα μουντό χρώμα, μια ώρα γκρίζα την τύλιγε, την έπνιγε, έμοιαζε παγωμένη, μαζεμένη, στους δρόμους της, στα καλντερίμια της, μια ελαφριά ομίχλη τριγυρνούσε. Η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου, η Μητρόπολη των Χανιών, ήταν γεμάτη, ξέχυλη, μια ανθρώπινη μυρμηγγιά, πυχτή, σκοτεινή, κουνιόταν, χαμηλομιλούσε, μερικές φωνές ακούγονταν εδώ και κει. Το ευαγγέλιο μόλις είχε τελειώσει, ο διάκος κατέβηκε από τον άμβωνα, κρατούσε στα χέρια του το ιερό βιβλίο. Ο Μιχάλης βρίσκονταν πλάι, στην σκιά, έκανε μερικά βήματα, ξεχώρισε από τους άλλους, σιγά σιγά ανέβηκε τα σκαλοπάτια, στάθηκε ψηλά, το ήρεμο βλέμμα του κύτταξε κάτω. Η μάζα σταμάτησε να σαλεύη, οι ψίθυροι σβύστηκαν, τίποτα δεν ακούγεται, όλα τα μάτια, εκατοντάδες μάτια είναι απάνω του γυρισμένα. Εκείνος σκέπτεται λίγο, μοιάζει σαν να διστάζη, θα πρέπει να τολμήση, να πη αυτά που στοχάζεται, αυτά που πιστεύει; Η καρδιά του είναι ανήσυχη, ταραγμένη, τα χρόνια δύσκολα, οι Γερμανοί, κι όλοι όσοι συνεργάζονται μαζύ τους δεν είναι απ’ αυτούς που παίζουν, ίσως να πλήρωση το θάρρος του, μια φλόγα καίει μέσα του, δεν μπορεί να την σβύση. Εχει μια ευθύνη σαν άνθρωπος, σαν Ιεροκήρυκας, σαν Έλληνας. Έχει μια ευθύνη αυτούς τους καιρούς, ο καθένας μας έχει μια ευθύνη! Αρχίζει να μιλά, ο τόνος του, όπως πάντοτε είναι χαμηλός, οι λέξεις ξετυλίγονται η μια ύστερα από την άλλη, κυλούν μαλακά, ήσυχα, γεμίζουν τον χώρο… Είμαστε στο 1943, στην Ευρώπη, στην Ελλάδα, στο πολυπαθιασμένο νησί της Κρήτης. Ο πόλεμος που σαν μια καταιγίδα, σαν ένας τυφώνας, ξέσπασε πάνω στη γη, γκρεμίζει, σαρώνει ό,τι βρει μπροστά του. Κάθε μέρα χιλιάδες χάνουν τη ζωή τους, καίγονται τα χωριά, πεθαίνουν ολόκληρες πολιτείες, η μοίρα της καταστροφής άπλωσε παντού τη μαύρη της σκιά. Οι λαοί ζουν με το φόβο, με την αγωνία, κάτω από τη τυραννία, οδεύουν το δρόμο του μαρτυρίου, κάθε στιγμή περιμένουν το θάνατο τους. Και η Ελλάδα, συνεπαρμένη κι αυτή από τις δίνες των καιρών, από τις αντάρες του, είναι μια κόλαση, ένα ηφαίστειο, ζει μια από τις πιο τραγικές ώρες τής ιστορίας της. Τη ζώνουν οι φλόγες απ’ όλες τις μεριές, την πνίγουν οι καπνοί τους, η ανάσα της είναι δύσκολη, βαρειά, ψυχομαχά, πεθαίνει κάθε μέρα. Είναι μια νύχτα ατέλειωτη, σκοτεινή, το ξημέρωμα αργεί ακόμα, οι ουρανοί της είναι κλειστοί, δεν έχουν ακόμα των άστρων τις ελπίδες. Αναταράζεται ο λαός της, μάχεται, τα χέρια σφίγγονται, δακρύζουν τα μάτια, τα βούκινα ξυπνούν την επανάσταση στη ψυχή του. Θέλει να ζήση, να διώξη τούς ξένους από τον τόπο του, να νικήση, να ξαναβρή τη χαμένη του λευτεριά. Παλεύει με πείσμα, μ’ όλη του τη δύναμη, με την πίστη πως δίνεται σ’ έναν αγώνα δίκαιο. Χάνονται άνθρωποι, πέφτουν κορμιά, το αίμα δεν σταματά να τρέχη, η ζωή έχει γίνει πολύ φτηνή. Στις φυλακές, στα στρατόπεδα, στους μακρυνούς δρόμους της εξορίας, οι σκλάβοι είναι χιλιάδες, την αυγή εκτελούν τούς κατάδικους, πριν πεθάνουν χαιρετούν την τελευταία μέρα τους, την πατρίδα τους, το φως που σβήνει για πάντα μέσα στα μάτια τους. Πολεμούν πάνω στα βουνά, στους λόγγους, στα φαράγγια, λημεριάζουν μέσα στα δάση, κοιμούνται σε σπηλιές, κάθε κορφή είναι και φλάμπουρο, κάθε βράχος και μετερίζι. Χτυπιούνται κάθε μέρα με τον κατακτητή, άλλοτε κερδίζουν, άλλοτε χάνουν, πολλοί πέφτουν, η γη γέμισε με μνήματα, ο τόπος με καμμένα χωριά, περνούν δύσκολες στιγμές, μα η ελπίδα μέσα τους, και στις πιο μαύρες ώρες δεν έσβυσε ποτέ.
Στις πόλεις, στα στενορύμια τους, όταν το βράδυ πέφτει, μέσα στο σκοτάδι παραφυλούν τον τύραννο, τον χτυπούν, του παίρνουν τα όπλα, τα πτώματά του σπέρνονται στη νύχτα. Οργανώνονται, συνωμοτούν, μαζεύουν πληροφορίες για τον εχθρό, τις στέλνουν στους φίλους τους, κρατούν ψηλά το κουράγιο του κόσμου, κατεβαίνουν στους δρόμους, βάζουν τα στήθεια τους μπροστά στα τανκς, ποδοπατούν τα σύμβολά του, κουρελιάζουν τις σημαίες του, καρφώνουν το μαχαίρι τους μέσα στα σωθικά του. Κάθε μέρα που περνά, νιώθουν το μίσος τους να φουντώνη, το θάρρος τους ν’ αντριώνη, σφίγγουν τις γροθιές τους, δαγκώνουν τα χείλια τους, περιμένουν με πείσμα την τελευταία ώρα του…
Κι ο Μιχάλης Γαλανάκης, αυτήν τη χειμωνιάτικη μέρα, στις 20 Νοεμβρίου του 1943 των Εισοδίων της Θεοτόκου, στα Χανιά, μιλά για όλα αυτά. Εκτός από την φωνή του, τίποτα άλλο δεν ακούγεται μέσα στην εκκλησία, αν ήταν καλοκαίρι θα ξεχώριζε το πέταγμα της μύγας, όλοι κρατούν την αναπνοή τους. Η ελευθερία λέει, η ελευθερία των Ελλήνων, η αντίσταση στον κατακτητή, η τελική νίκη. Τίποτα δεν θα μας σταματήση, δεν θα διστάσουμε μπροστά σε τίποτα, δεν θα φοβηθούμε καμιά θυσία. Ο λαός μας είναι μεγάλος, είναι φτιαγμένος από τη στόφα των ηρώων, κανένας δεν μπορεί να τον κάνη να δειλιάση όταν μάχεται για την αξιοπρέπειά του, για τη δικαιοσύνη του, για τη λευτεριά του. Είναι τίμιος, είναι άξιος, είναι απ’ αυτούς που δίνει πάντοτε το αίμα του, που δεν μετρά, πού δεν γυρεύει τίποτα γι’ αυτόν. Άλλοι έχουν τα ωφέλη, τα κέρδη, αυτοί πού βάζουν πάντοτε τούς άλλους μπροστά, αυτοί πού είναι ψεύτικοι, ανήθικοι, συμφεροντολόγοι, το ψάρι πάντοτε βρωμά από το κεφάλι… Μιλά ο Μιχάλης, το εκκλησίασμα ούτε ανασαίνει, κρέμεται από τα χείλια του, οι καρδιές όλων έχουν γεμίσει φλόγες. Μισή ώρα έχει περάσει από τότε που άρχισε, τελειώνει, βγάζει το μαντήλι του, κάνει κρύο, κι όμως το μέτωπό του είναι ιδρωμένο, στέκεται μια στιγμή, ρίχνει τη ματιά του ακόμα μια φορά κάτω, αργά κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Στο τελευταίο, πριν πατήση τις πλάκες, κάποιος τον περιμένει, φορά πολιτικά. Πριν από ένα λεπτό, δεν ήταν εκεί. Του δείχνει μια ταυτότητα. Ακολούθησέ με του λέει σιγά. Βγαίνουν οι δυο τους έξω, ο κόσμος πλάι τους παραμερίζει, στην αυλή, μαζί με δυο χωροφύλακες, τον περιμένει ο ίδιος ο διοικητής της χωροφυλακής. Δεν λένε τίποτα, το ύφος τους είναι βλοσυρό, λίγα μέτρα πιο κάτω, είναι σταματημένο ένα τζιπ, τον σπρώχνουν, τον ανεβάζουν, μπαίνουν κι αυτοί, πηγαίνουν στο τμήμα, τον κλείνουν χωρίς άλλη λέξη σ’ ένα δωμάτιο. Είναι σκοτεινό, άδειο, δεν έχει έπιπλα, κάνει μερικά βήματα πάνω κάτω, κάθεται σε μια γωνιά κάτω στο πάτωμα. Οι ώρες περνούν, το δωμάτιο είναι υγρό, κανένας θόρυβος δεν ακούγεται απ’ έξω. Αρχίζει να σκοτεινιάζη, το κρύο γίνεται ακόμα πιο πολύ, η νύχτα φτάνει με βήματα μουντά, δεν του ανάβουν φως. Κατά τις δέκα έρχεται ένας χωροφύλακας, του κάνει νόημα να σηκωθή, τον παίρνει, κάνουν λίγα βήματα στο διάδρομο, ανοίγει μια πόρτα, παραμερίζει, τον αφήνει να περάση. Απέναντί του, πίσω από ένα γραφείο, κάθεται ο διοικητής, στον τοίχο, από πάνω του, σ’ ένα χρυσό κάντρο, είναι το πορτραίτο του βασιληά, του δείχνει μπροστά του ένα σκαμνί, κάθησε εκεί του λέει. Η ανάκριση βάσταξε δυο ώρες, σχεδόν μέχρι τα μεσάνυχτα. Του είπε να πη το κήρυγμα του στην εκκλησία, τον διέκοπτε, προσπαθούσε να τον μπερδέψη, του έλεγε ύστερα νά συνέχιση, να το ξαναπή πάλι από την αρχή. Τον ρώταγε σε ποια οργάνωση άνηκε, πόσο καιρό, με ποιους είχε επαφή, ποιος του έδωσε την εντολή να μιλήση έτσι. Τον απειλούσε, κουνούσε θυμωμένος τό δάχτυλό του, τον έβριζε, θα σε κάνω να τα ξεράσης όλα του κάνει, παληόσκυλο, κομμουνιστή, προδότη, πουλημένε στους Ρώσους. Ο Μιχάλης είναι ψύχραιμος, ήρεμος, τον κυττάζει χωρίς να φοβάται στα μάτια, του άπαντα πως δεν είναι σε καμιά οργάνωση, πως δεν είναι κομμουνιστής, πως δεν έχει καμιά σχέση με τις πολιτικές οργανώσεις. “Αν μίλησα έτσι, λέει, μίλησα γιατί το πίστευα, γιατί μου το πρόσταζε ή καρδιά μου, γιατί είμαι Έλληνας”… Βλέπει πως δεν μπορεί να του πάρη λόγια. Δεν θέλει ακόμα να μεταχειριστή βία. Κάποιο ρολόι, μακρυά, μέσα στην πόλη, χτυπά δώδεκα φορές. Φωνάζει το χωροφύλακα, πάρε τον διατάζει, πήγαινε τον στις φυλακές της Αγυιάς. Ο Μιχάλης σηκώνεται, βγαίνει. Ο διοικητής στέκεται μια στιγμή, έξω τα βήματα σβύνουν πάνω στις πλάκες, σκέπτεται, περνούν λίγες στιγμές, ύστερα σηκώνει το τηλέφωνο, διαλέγει πάνω στο καντράν έναν αριθμό. Γερμανική διοίκηση; ρωτά. Μιλά με κάποιον, του λέει, τι έγινε το πρωί στη Μητρόπολη, πως έπιασε τον ιεροκήρυκα, πως τον ανέκρινε, πως τον έχει στη διάθεση της Κομμαντατούρ. Πες το στο στρατηγό, λέει, είναι σοβαρό, μη σου διαφύγει. Ο άλλος κάτι τον ρωτά, του δίνει τ’ όνομα του Μιχάλη, το επάγγελμά του, άλλες λεπτομέρειες για την ομιλία του. Ύστερα κατεβάζει το ακουστικό, μια ικανοποίηση φαίνεται στο πρόσωπο του, φορά το παλτό του, το πηλίκιο, με γρήγορο βήμα φεύγει από το τμήμα…
Η είδηση της σύλληψης του Μιχάλη, όπως έγινε μέσα στη Μητρόπολη, μπροστά σ’ όλους, αμέσως μαθεύτηκε σ’ όλη την πόλη. Μιλούνε γι’ αυτόν, για το λόγο του, για τις ιδέες του, για την εντύπωση πού έκανε στον κόσμο. Σχολιάζουν, ο Μιχάλης έχει πολλές συμπάθειες, είναι από τούς πιο αγαπητούς ανθρώπους στα Χανιά. Όλοι ρωτιούνται ποια θα είναι τώρα ή τύχη του. Ξέρουν πως οί Γερμανοί δεν χωρατεύουν, ο πόλεμος που γι’ αυτούς αρχίζει τώρα να χάνεται, τούς κάνει ακόμα πιο σκληρούς. Χτυπούν χωρίς έλεος όποιον σηκώνει το κεφάλι ενάντιά τους. Και ή πράξη του Γαλανάκη είναι μια πρόκληση στη δύναμή τους, στην κυριαρχία τους, δεν θα την αφήσουν να περάση έτσι… Κάτω στο λιμάνι, στα ψηλά βενετσιάνικα σπίτια, μένει μια χήρα, ο Μιχάλης είναι δάσκαλος του παιδιού της, το προσέχει, τ’ αγαπά, το φροντίζει σαν να είναι ο ίδιος ο πατέρας του. Είναι άρρωστη στο κρεβάτι, μια γειτόνισσα το βράδυ έρχεται να της κάνη παρέα, της λέει τα νέα της πόλης, τι έγινε το πρωί στην εκκλησία. Κι αυτή σηκώνεται αμέσως, έχει πυρετό, ρίχνει στους ώμους της ένα σάλι, έξω βρέχει, είναι κρύο, το σπίτι του διοικητή είναι κοντά, πηγαίνει εκεί, σε λίγα λεπτά είναι μπροστά στην πόρτα, ξέρει τι γυναίκα του, είναι από το ίδιο χωριό, γυρεύει να τη δη. Η υπηρέτρια που της ανοίγει, λέει πώς δεν μπορεί, εκείνη την παρακαλεί, είναι για ζωή και για θάνατο κάνει, θέλω, πρέπει να δω την κυρά σου. Την ανεβάζουν απάνω, πέφτει στα πόδια της, της φιλά τα χέρια. Θα σώσης έναν άνθρωπο, τον Γαλανάκη, το δάσκαλο, τον έπιασε σήμερα ο άντρας σου στη Μητρόπολη, μην τον αφήσεις να του κάνει κακό. Ήταν μια γυναίκα του λαού, απλή, αυθόρμητη, που μ’ αυτόν τον τρόπο έδειχνε πόσο στα Χανιά, αγάπαγαν το Μιχάλη, τι θέση είχε μέσα σ’ όλες τις καρδιές. Από την άλλη μέρα άρχισαν κι όλας τα διαβήματα. Μαθεύτηκε πως δεν τον άφησαν, τον έστειλαν στην Αγυιά, τον κρατούσαν σ’ ένα κελλί της φυλακής. Σύλλογοι, οργανώσεις, άτομα χωριστά, πήγαιναν στον νομάρχη, στον δήμαρχο, στο διοικητή της χωροφυλακής, ζητούσαν να τον ελευθερώσουν. Αυτός ο τελευταίος έλεγε πως η υπόθεση ξέφυγε από τα χέρια του, πως πήγε στους Γερμανούς, ο ίδιος ο στρατηγός μου τηλεφώνησε, μ’ έκανε υπεύθυνο για την κράτησή του. Και οι μέρες περνούσαν, ο κόσμος ανησυχεί, ρωτούσαν, αν θα τον δίκαζαν, αν θα τον κράταγαν για όμηρο, αν θα τον εκτελούσαν. Σ’ ολόκληρη την πόλη των Χανίων, τις μέρες αυτές, όλοι μιλούν γι’ αυτήν την υπόθεση, όλοι ενδιαφέρονται, φοβούνται. Ο ίδιος ο δεσπότης, ο Αγαθάγγελος, είναι το τελευταίο διάβημα που έγινε, πήγε στον Γερμανό διοικητή, παρακαλεί κι αυτός για το Μιχάλη. Είναι αθώος, του λέει, είναι ένας απλός δάσκαλος, δεν είναι σε καμιά οργάνωση, δεν είναι κομμουνιστής, κανένας δεν τον έβαλε να μιλήση έτσι. Αν τον δικάσετε, μπορεί να γίνουν φασαρίες, έχει πολλές συμπάθειες στον κόσμο, είναι άγιος άνθρωπος. Οι Γερμανοί σκέφτηκαν, είχαν μάθει κι αυτοί πως δεν ήταν κομμουνιστής, πως δεν άνηκε σε καμιά οργάνωση. Τούς έκανε εντύπωση αυτό το ξεσήκωμα της πόλης. Ζύγιασαν τα υπέρ και τα κατά, κάθε πράξη τους είχε μια σκοπιμότητα, φοβήθηκαν χωρίς κανένα σοβαρό λόγο να μην έχουν επεισόδια, σε λίγες μέρες τον άφησαν ελεύθερο… Ο Μιχάλης έφυγε από τα Χανιά για το χωριό του. Όλοι οι γνωστοί του έτσι τον συμβούλεψαν. Έμεινε εκεί μέχρι το τέλος του 1945, μέχρι που η Γερμανία έχασε τον πόλεμο, και η Βέρμαχτ ένα χρόνο αργότερα, παραδόθηκε στους συμμάχους. Το νησί ήταν πάλι ελεύθερο, δεν το πατούσε πια το πόδι του κατακτητή, η Ελληνική σημαία κυμάτιζε στα κάστρα του. Μα χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους, ο τόπος ρήμαξε, πολλά χωριά είχαν καεί, πολλοί βρίσκονταν μακρυά, σε φυλακές, και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Ευρώπης…» (σ. 77).
Εδώ όμως τελειώσαμε με το παραπάνω συγκλονιστικό παράθεμα· και Σας ευχαριστούμε που το διαβάσατε προσεκτικά! Χρόνια Πολλά!

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.