Μουσείο Τυπογραφείας

Η βιο-οικονομία είναι η “καρδιά” της οικονομίας και της οικολογικής γεωργίας

25Τελευταία πλημμυρίζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα επιστημονικά περιοδικά από άρθρα σχετικά με τη «βιο-οικονομία» και την «κυκλική βιο-οικονομία».

Mάλιστα γίνεται ευρεία συζήτηση για τον στρατηγικό ρόλο της «κυκλικής βιο-οικονομίας» στην επιτάχυνση του μετασχηματισμού της ευρωπαϊκής γεωργίας σε ένα βιώσιμο και ενεργειακά αποδοτικό κυκλικό αγροτικό μοντέλο. Η βιασύνη της καινοτομίας των όρων παραβλέπει βέβαια τις βασικές αρχές της αειφόρου γεωργίας, της οποίας η βασικότερη μορφή είναι η οικολογική γεωργία γνωστή και ως βιολογική ή οργανική.
Ο όρος «βιο-οικονομία» δεν είναι και τόσο νεοφανής. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Ρώσο βιολόγο T.I. Baranoff το 1925. To 1991 o Nicholas Georgescu Roegen θα ανακοινώσει από τη Ρώμη την ίδρυση μιας νέας οικονομικής επιστήμης της «βιο-οικονομίας» προκειμένου να δει από μια άλλη γωνιά τις σχέσεις του συνόλου των έμβιων όντων του πλανήτη, της βιόσφαιρας, όπου ανήκει και ο άνθρωπος. Μετέπειτα έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες και πρακτικές για μια οικονομική προσέγγιση των βιολογικών συμπεριφορών για να φτάσει σήμερα σε ένα αγροτικό κυκλικό μοντέλο που συμπεριλαμβάνει το σύνολο των δραστηριοτήτων που βασίζονται στους «βιο-πόρους» και στη βιομάζα, δηλαδή στην παραγωγή, τη μεταποίηση και την αξιοποίηση των προϊόντων της χερσαίας ή θαλάσσιας ζωής που προορίζονται να δώσουν διηνεκή λύση στις διατροφικές, υλικές και ενεργειακές ανάγκες της κοινωνίας. Αυτή η προσέγγιση , αν διαβάσει κανείς το βιβλίο του Claude Roy « To τριπλό Α της βιο-οικονομίας- αποτελεσματικότητα, νηφαλιότητα, ποικιλότητα της πράσινης ανάπτυξης» (les triples A de la bio-economie, efficacité, sobriété et diversité de la croissance verte) και την έκθεση των M. Jean-David Abel et M. Marc Blanc «Προς μία βιώσιμη βιο-οικονομία» (Vers une bio-économie durable) στην επίσημη εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας, εύκολα θα αντιληφθεί, ότι θυμίζει την οικονομία της οικολογικής γεωργίας. Δεν είναι τυχαίο το ότι πολλοί επιστήμονες χαρακτηρίζουν τη «βιο-οικονομία» ως την «οικονομία της φωτοσύνθεσης» (économie de la photosynthèse), ως «την καρδιά της οικολογικής γεωργίας» (le coeur de l agriculture biologique) και ευρύτερα ως «οικονομία του έμβιου» (économie du vivant). Μια οικονομία που βασίζεται στην παραγωγή και στη βέλτιστη ανάκτηση της βιομάζας και που επιτρέπει τη μέγιστη χρήση της άφθονης ανανεώσιμης και ελεύθερης ενέργειας, της ηλιακής.
Για του λόγου το αληθές πρέπει να επαναλάβει κανείς πως η αειφόρος γεωργία σεβόμενη τις βασικές αρχές της οικολογικότητας, της οικονομικότητας και της κοινωνικότητας της αειφόρου ανάπτυξης επιδιώκει την αξιοποίηση κατά τον καλλίτερο δυνατό τρόπο των φυσικών πόρων, τον έλεγχο της ανθρώπινης δράσης και του βιοφυσικού κόσμου και την κεντρομόλο και ολιστική μελέτη των εμπλεκόμενων παραγόντων σε τρόπο, ώστε να επιτευχθεί το μεγαλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα με το μικρότερο δυνατό κόστος και να διατηρηθεί η αειφορία του αγροοικοσυστήματος. Με άλλα λόγια πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό και εξελισσόμενο αγροδιατροφικό σύστημα με οικολογικές, οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η αειφόρος γεωργία είναι ένα σύνολο πρακτικών που επιδιώκει την ικανοποίηση σε μακροχρόνια βάση των ανθρώπινων διατροφικών και υλικών αναγκών, την προστασία του αγροοικοσυστήματος και ιδιαίτερα των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, την οικονομική βιωσιμότητα της αγροτικής εκμετάλλευσης και τη διασφάλιση της ποιότητας ζωής στους αγρότες και στο σύνολο της κοινωνίας γενικότερα. Αυτά δεν λένε και οι διάφοροι ορισμοί της «καινοφανούς» «βιο- οικονομίας» και «κυκλικής βιο-οικονομίας»;
Από την άλλη μεριά η οικολογική γεωργία είναι η εφαρμογή της οικολογίας στη γεωργία. Η μορφή αυτή γεωργίας ενδιαφέρεται κατά συνέπεια για την παραγωγή σε αρκετή ποσότητα γεωργικών προϊόντων υψηλής ποιότητας σε συνεργασία με το αγροοικοσύστημα και με σεβασμό της αειφορίας του, καθώς και για την ικανοποίηση του καλλιεργητή ότι εργάζεται σ ένα περιβάλλον ασφαλές και υγιεινό και του κοινωνικού συνόλου ότι προστατεύεται η υγεία του. Ακόμα αποκλείει τα γενετικά τροποποιημένα φυτά και προϊόντα και είναι θιασώτης της «λευκής βιοτεχνολογίας» (biotechnologieblanche). Αξίζει κανείς να δει μερικές από τις δραστηριότητες της μορφής αυτής της γεωργίας:
* Τροποποιεί το αγροοικοσύστημα κατά 11 φορές λιγότερο σε σχέση με τη συμβατική γεωργία.
* Ξοδεύει 18 φορές λιγότερη ενέργεια σε σχέση με τη συμβατική γεωργία.
* Συμβάλλει κατά 12% περισσότερο στη δημιουργία νέων θέσεων σε σχέση με τη συμβατική γεωργία.
* Περιορίζει σημαντικά το επιδεινούμενο τα τελευταία χρόνια φαινόμενο του ουρμπανισμού.
* Βάζει φραγμό στα γενετικά τροποποιημένα φυτά ,ζώα και προϊόντα.
* Διορθώνει με την ανάπτυξη των απαραίτητων στρατηγικών και τεχνικών τα οικολογικά ρήγματα που έχει δημιουργήσει η συμβατική γεωργία και όχι μόνο. Είναι πέρα για πέρα διακριβωμένο πως η οικολογική γεωργία μπορεί να αμβλύνει την εκδήλωση των δυσάρεστων οικολογικών φαινομένων της τοξικής ομίχλης, της όξινης βροχής, της καταστροφής του στρατοσφαιρικού όζοντος, της υπερθέρμανσης του πλανήτη με τη γνωστή απόληξη της κλιματικής αλλαγής, της τροφοβίωσης, του βιολογικού κενού, της μειωμένης ευαισθησίας των φυτοπαράσιτων στα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, της γενετικής ρύπανσης, της σιλίκωσης της πεδόσφαιρας, του σεληνιακού πυθμένα, της ερημοποίησης και του ευτροφισμού.
* Εκπέμπει 36% λιγότερα αέρια θερμοκηπίου από τη συμβατική γεωργία. Πιστεύεται πως στις υπό ανάπτυξη χώρες μπορεί να μειωθεί η εκπομπή αερίων θερμοκηπίου κατά 70% , αν εφαρμοστεί η οικολογική γεωργία.
* Βοηθάει στην αποθήκευση κατά 90% του Άνθρακα. Σε πειράματα που έγιναν στο Rodale των ΗΠΑ επί 23 χρόνια διαπιστώθηκε πως η οικολογική γεωργία αύξησε τον αποθηκευμένο Άνθρακα κατά 15-28% περισσότερο σε σχέση με τη συμβατική.
* Η οικολογική γεωργία συμπεριλαμβάνει στα διάφορα συστήματα που εφαρμόζει κατά την άσκησή της και εκείνο της αγροδασοκομίας. Το σύστημα αυτό επιτρέπει την ταυτόχρονη ανάπτυξη της γεωργίας της κτηνοτροφίας και της δασοκομίας με εξασφάλιση αρκετής παραγωγής ανώτερης ποιότητας και μεγάλης ποσότητας αποθηκευμένου βιοάνθρακα.
Εν κατακλείδι δεν εγείρει κανείς αντιρρήσεις στην εξέλιξη της επιστήμης της οικονομίας και στη δημιουργία των κλάδων της «βιο-οικονομίας» και της «κυκλικής βιο-οικονομίας». Αυτό που φοβίζει είναι η αγνόηση και η περιθωριοποίηση ,στο όνομα της νέας αυτής επιστήμης, του αειφόρου αγροδιατροφικού συστήματος, το οποίο ,λόγω των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που έχει η χώρα μας και ιδιαίτερα η Κρήτη εξακολουθεί να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην προστασία του περιβάλλοντος.

* Ο δρ. Βαγγέλης Α. Μπούρμπος είναι Γεωπόνος ερευνητής,
Οικοτοξικολόγος

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.