Μουσείο Τυπογραφείας

Η ιστορία ενός λάθους

Κύριε διευθυντά,
έχω γράψει αρκετές φορές για την επικινδυνότητα του καινούριου κανονισμού παραχώρησης κοινόχρηστων χώρων σχετικά με την παλιά πόλη. Επιτρέψτε μου συνοψίσω τα γεγονότα και να προσθέσω τις πιο πρόσφατες εξελίξεις.
Οι τουρίστες που έρχονται στην πόλη μας, έρχονται σχεδόν αποκλειστικά για την παλιά πόλη. Ερχονται πολλοί. Τα Χανιά είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς για Ελληνες και ξένους τουρίστες. Οι τουρίστες δεν έρχονται όμως απλά για να κάνουν μια βόλτα στην παλιά πόλη. Θέλουν να περπατήσουν στα σοκάκια και να αγοράσουν εκεί κάποια πράγματα, που είναι συνηθισμένοι να τα βρίσκουν έξω από τα μικρά μαγαζάκια της παλιάς πόλης: καλοκαιρινά ρούχα για τις διακοπές τους, δερμάτινα είδη και αναμνηστικά. Μετά θέλουν να καθίσουν σε ένα καφέ ή σε ένα εστιατόριο, και αυτά φυσικά τα θέλουν να είναι έξω. Οι τουρίστες που έρχονται μόνο για μια μέρα θα ακολουθήσουν αυτή τη διαδικασία μία φορά. Εχουμε όμως και πολλούς τουρίστες που μένουν για μέρες και εβδομάδες στην πόλη μας, αυτοί επισκέπτονται τα διάφορα καταστήματα και τα μαγαζιά εστίασης πολλές φορές.
Αν δεν υπήρχαν αυτά τα μαγαζιά της παλιάς πόλης, θα είχαμε μόνο ελάχιστο τουρισμό και τα Χανιά θα ήταν μια φτωχιά τσιμεντούπολη με φτωχούς ανθρώπους.
Η ίδια η παλιά πόλη θα ήταν πλέον ένα ερείπιο, γιατί οι τουριστικές της επιχειρήσεις είναι αυτές που, κυριολεκτικά, την κρατάνε όρθια.
Από την στιγμή που δεχόμαστε πως οι τουρίστες που έρχονται στην παλιά πόλη είναι απαραίτητοι για την φυσική ύπαρξη της παλιάς πόλης και για την οικονομία όλου του νομού, πρέπει να καταλάβουμε πως κύριο μέλημα μας σχετικά με την παλιά πόλη πρέπει να είναι να συνεχίζουν να έρχονται αυτοί οι άνθρωποι. Θα έρχονται μόνο αν συνεχίσουν να βρίσκουν αυτό που ζητούν. Η ζήτηση πρέπει λοιπόν να καθορίζει την έκταση του δημόσιου χώρου που θα παραχωρείται στις επιχειρήσεις στην παλιά πόλη! Βλέπαμε τα τελευταία χρόνια πως για 4-5 μήνες το χρόνο όλα τα τραπεζοκαθίσματα της παλιάς πόλης χρειαζόταν, δεν έμενε τίποτε άδειο. Αν απομακρύνουμε το ένα τρίτο -όπως το ζητάει ο κανονισμός- αμέσως μειώνουμε τα έσοδα δραματικά και απολύονται άνθρωποι που είχαν δουλειά, επίσης αυξάνουμε τις τιμές, γινόμαστε έτσι λιγότερο ανταγωνιστικοί και διώχνουμε τους Χανιώτες από την παλιά πόλη, που είναι πια πολύ ακριβή γι’ αυτούς. Και εδώ θέλω να τονίσω: Η δυνατότητα να ζούμε τον ελεύθερο μας χρόνο στην όμορφη μας παλιά πόλη κάτω από τον λαμπερό ήλιο και κοντά στην θάλασσα πίνοντας κάπου έναν καφέ ή τρώγοντας με φίλους σε μια ταβέρνα ή πηγαίνοντας τα βράδια σε ένα από τα πολύ ωραία μπαρ που υπάρχουν στη παλιά πόλη, μας κάνει συχνά να εκφωνίζουμε: Τα Χανιά είναι ένας παράδεισος! Η παλιά πόλη προσφέρει στους Χανιώτες, εκτός από θέσεις εργασίας και οικονομική ευμάρεια, την δυνατότητα να χαρούν την ζωή τους. Θα ήταν τραγικό να μην μπορούμε πια οι Χανιώτες να διασκεδάζουμε στην παλιά μας πόλη γιατί θα είναι ακριβή.
Οι τουρίστες που θα έρχονται και δεν θα βρίσκουν να καθίζουν, δεν θα ξανάρθουν και επίσης θα μας δυσφημίσουν. Ποιο το όφελος της μείωσης του κοινόχρηστου χώρου λοιπόν; Η προσβασιμότητα και η αισθητική, θα πουν οι υποστηριχτές του καινούριου κανονισμού. Ποτέ όμως δεν απέδειξαν πως υπήρχε ουσιαστικό πρόβλημα προσβασιμότητας. Κάτι τέτοιο δημιουργούσαν μόνο 2-3 μεγάλα μαγαζιά τον Αύγουστο, αλλά ούτε αυτό ήταν πραγματικό πρόβλημα, όλοι οι πεζοί είχαν χώρο να περάσουν, αλλά ας δεχτούμε πως αυτοί οι λίγοι δημιουργούσαν πρόβλημα, δικαιολογεί αυτό να καταργήσουμε το ένα τρίτο της οικονομίας της παλιάς πόλης; Δεν θα ήταν η σωστή λύση να επιβαλλόταν ο νόμος σε αυτούς τους 2-3 μέσω αυστηρών κυρώσεων; Η αισθητική; Αν αφαιρέσουμε ένα τρίτο των τραπεζοκαθισμάτων θα ήταν πιο όμορφη η παλιά πόλη; Βλέπουμε, τις τελευταιες μέρες, που μπήκαν πάλι τραπεζοκαθίσματα εκεί που ήταν άδεια τσιμέντα και άχαρα πλακάκια, να ομορφαίνει η εικόνα και να γίνεται πιο ζεστή και ανθρώπινη. Αλλά και πιο όμορφα να ήταν με λιγότερα τραπεζοκαθίσματα, τι θυσιάζουμε για να κερδίσουμε τι; Πιο όμορφα θα ήταν επίσης να γκρεμίζαμε όλη μας την πόλη και να φυτεύαμε λουλούδια παντού, αλλά…
Ο παλιός κανονισμός παραχώρησης κοινόχρηστου χώρου ήταν αποτέλεσμα εμπειρίας και σοφής εκτίμησης δεδομένων. Πιστεύω πως ήταν τέλειος και το μόνο πρόβλημα που υπήρχε ήταν πως οι αρχές δεν επέβαλλαν τον νόμο εκεί που όφειλαν να το κάνουν. Και διότι βαριόταν να επιβάλλουν τον νόμο, σκέφτηκε ο κ. Βάμβουκας πριν περίπου τέσσερα χρόνια: πονάει κεφάλι κόψει κεφάλι, και πήγε στο ΚΑΣ ( Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο). Αρχικά το ΚΑΣ ζήτησε να φύγουν τα δύο τρίτα (!!) του κοινόχρηστου χώρου στην παλιά πόλη: Η απόδειξη πως ασχολούνται άνθρωποι, σε υπεύθυνες θέσεις, με θέματα για τα οποία δεν έχουν την παραμικρή ιδέα, που δεν καταλαβαίνουν τι ολέθριες συνέπειες θα είχε η εφαρμογή αυτών που ζητούν να γίνουν. Κάθονται στην καρέκλα τους, παίρνουν τον μισθό τους, λένε τις εξυπνάδες τους, ρίχνουν τις βόμβες τους και όποιον και ο, τι πάρει ο χάρος. Ο κ. Βάμβουκας το πήγε στο ένα τρίτο μείωση, και το “πούλησε” στους μαγαζάτορες ως την χρυσή τομή:
Σου τα ζητάω όλα, σου γυρίζω τα μισά και… τα βρήκαμε στη μέση.
Ο κ. Βάμβουκας εφάρμοσε τον κανονισμό του μόνο σε λίγα σημεία της παλιάς πόλης, αρκετά, όμως, για να κλείσουν τα πιο αδύναμα μαγαζιά μικρών βιοπαλαιστών. Μετά ήρθε ο κ. Σημαντηράκης ως “ψυχρός εκτελεστής” και “έβαλε τάξη”. Με τον τρόπο που χαράχτηκαν τα όρια από τον δήμαρχο Σημαντηράκη δεν υπάρχει περισσότερος χώρος για περπάτημα σε σχέση με τον παλιό κανονισμό, και σε ό,τι αφορά την αισθητική -με τα τραπέζια να πηγαίνουν μπρος, πίσω, λοξά, στραβά και τα σκιάδια να σκεπάζουν τους μισούς πελάτες και τους άλλους να τους αφήνουν εκτεθειμένους στον ήλιο – μιλάμε για ένα μνημείο γελοιότητας, μια προσβολή στην ανθρώπινη νοημοσύνη.
Ηρθε η πανδημία του κορωνοϊού και άλλαξε τα δεδομένα. Τα μαγαζιά ήταν υποχρεωτικά κλειστά για πολύ καιρό, και τώρα που ανοίγουν πρέπει να τηρούν κανονισμούς αποστάσεων. Το κλείσιμο έφερε τα πολλά μαγαζιά κοντά στην οικονομική καταστροφή. Αν δεν τους δινόταν τώρα πιο πολύς εξωτερικός χώρος, δεν θα μπορούσαν, λόγω των αποστάσεων, να καλύψουν ούτε στο ελάχιστο τις απώλειές τους. Εδώ θα περίμενε κανείς πως ο δήμαρχος Σημαντηράκης θα έτρεχε από μόνος του να προσφέρει ό,τι είναι δυνατό, για να σωθούν όχι μόνο οι μαγαζάτορες και οι άνθρωποι που εργάζονται στα μαγαζιά, αλλά η οικονομία όλου του νομού. Ο δήμαρχος, όμως, μόλις είχε φρεσκοβάψει τις κίτρινες του γραμμές ζικ ζακ και δεν ήθελε να φανεί πως κάνει πίσω. Και έτσι καθόταν στο δημοτικό συμβούλιο και εξέφραζε τον στερεότυπο προβληματισμό πως έχει να λύσει μια τρομερά δύσκολη εξίσωση με τις παράμετρους της οικονομίας, της προσβασιμότητας, της λειτουργικότητας και της αισθητικής.
Ηρθαν ευτυχώς οι εντολές από την κυβέρνηση που έλεγαν στους δήμαρχους δώστε στα μαγαζιά όσο χώρο χρειάζονται για να σωθούν τα λίγα που ακόμα σώζονται. Ο κ. Σημαντηράκης υποχρεωτικά ακολούθησε, αλλά με επιφυλάξεις και πολλά ναι μεν αλλά. Και για τα ρούχα δεν μας είπε τίποτα η κυβέρνηση, λέει με απελπισμένο ύφος, σαν να του ζήτησαν να βρει το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού. Δεν αντιλαμβάνεται πως φυσικά πρέπει να επιτραπεί και η τοποθέτηση ρούχων και αναμνηστικών και άλλων προϊόντων έξω από τα μαγαζιά και πρέπει και εδώ να δοθεί χώρος γενναιόδωρα: Λόγω της επιδημίας δεν θα μπαίνουν οι πελάτες μέσα στα μικρά μαγαζάκια της παλιάς πόλης! Δεν χρειάζεται να περιμένει ο δήμαρχος εντολές από την κυβέρνηση, κανείς δεν θα τον εμποδίσει να πάρει ο ίδιος σχετικές αποφάσεις. Δεν χρειάζεται να ψάχνει ο δήμαρχος τον μαγικό αλγόριθμο που θα συνδυάζει όλες τις παραμέτρους, αυτός δεν υπάρχει. Σε κρίσιμα ζητήματα, ο κάθε δήμαρχος πρέπει να βρίσκει πρακτικές λύσεις και να είναι ευέλικτος. Στην περίπτωσή μας, ο χώρος που θα παραχωρείται πρέπει να προσαρμόζεται δυναμικά στη ζήτηση, αν δηλαδή έρθουν σταδιακά όλο και πιο πολλοί τουρίστες, πρέπει να δίνεται και πιο πολύς χώρος. Είναι αδιανόητο να έρθουν, στην οικονομικά δύσκολη κατάσταση που βρισκόμαστε, τουρίστες στην πόλη μας, να θέλουν να καθίσουν και να μας αφήσουν τα λεφτά τους και εμείς να τους διώχνουμε γιατί δεν θέλουμε πιο πολλά τραπεζοκαθίσματα.
Ο κ. Βάμβουκας φαίνεται πως άρχισε να αντιλαμβάνεται πως έκανε ολέθριο λάθος με τον κανονισμό που ξεκίνησε κάποτε, και ζητά να γίνουν τα πάντα για να σωθεί ο,τι ακόμα σώζεται από την τουριστική σεζόν, να δοθεί χώρος χωρίς μηχανιστική φόρμουλα για να δουλέψουν τα μαγαζιά και να μην ακολουθήσει ντόμινο που θα γκρεμίσει όλη την οικονομία, κάπως έτσι τα διατύπωσε. Αυτά που του λέγαμε μας τα λέει τώρα ο ίδιος. Μάλλον ελπίζει να ξεχαστεί ο ρόλος του σε μια μελλοντική καταστροφή που θα προκαλέσει ο κανονισμός του αν εφαρμοστεί, και να μείνει ο “Μουτζούρης” στα χέρια του κύριου Σημαντηράκη.
Γιώργος Κιαγιάς

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.