Μουσείο Τυπογραφείας

ΔΙΗΓΗΜΑ*

Οι χοίροι των Γαδαρηνών και ο Λεγεών

Μπήκαν, λοιπόν, ο Ιησούς και οι μαθητές, εκείνο το πρωί, στο πλοιάριο και με γαλήνια τα νερά της θάλασσας ήλθαν και αγκυροβόλησαν στην άλλη άκρη της, στην περιοχή των Γαδαρηνών ή Γεργεσηνών, η οποία κείται αντίπερα της Γαλιλαίας.
Mόλις, όμως, ο Ιησούς κατέβηκε από το πλοίο, ενώ ο ήλιος ήταν ήδη μεσουρανίς, έκαιγε την ανθρωπότητα σε πόλεις και χωριά αν και η βροχή τις προηγούμενες μέρες έπεφτε χωρίς σταματημό, αντίκρισε στην έρημη παραλία έναν άνθρωπο να κείται δίπλα στην ακτή. Έναν άνθρωπο, που, φεύγοντας από την πόλη και από το σπίτι της οικογένειάς του – από μόνος του, κανείς δεν τον είχε διώξει, είχε μέσα του, εδώ και πολλά χρόνια, δαιμονικό και ρούχα στο κορμί του ποτέ δεν φορούσε.
Δεν ήταν λίγες όσες φορές, τα περασμένα χρόνια, είχαν δοκιμάσει μάταια πολλοί άντρες χεροδύναμοι  να τον πιάσουν, να τον δέσουν με πέδικλα και αλυσίδες, μα αυτός και τις αλυσίδες είχε, άγνωστο και ανεξερεύνητο πώς και πόθεν είχε βρει τόση και τέτοια δύναμη, σπάσει και τα δεσμά των ποδιών είχε συντρίψει, ώστε σε κανέναν συμπατριώτη του ή μέλος της οικογένειάς του δεν ήταν δυνατόν πλέον να τον τιθασέψει και να τον αλυσοδέσει.  Έτσι, εκείνος πάντα, νύχτα και μέρα, γυρνούσε ανάμεσα στα μνήματα σαν στοιχειό και πότε στα βουνά και πότε στις ακροθαλασσιές, ολομόναχος, βρομερός και σιχαμερός, με σαλεμένο νου, κυριευμένος από το δαιμονικό, κράζοντας συνεχώς και πληγώνοντας τις ίδιες του τις σάρκες με κοφτερές πέτρες. Και εκείνοι τον χλεύαζαν και απομακρυνόντουσαν όσο γινόταν μακρύτερα…
Όταν, λοιπόν,  είδε τον Ιησού από μακριά, σαν μια δύναμη μεγάλη να πλημμύρισε τα σωθικά του, σηκώθηκε όρθιος στα λιπόσαρκα πληγιασμένα ποδάρια του στην ακροθαλασσιά που ήταν ξαπλωμένος, έτρεξε σιμά του, τον προσκύνησε και έβγαλε βροντερή φωνή και του είπε παρακαλετά, «Τι έχουμε να μας χωρίζει, Ιησού, γιε του Θεού του Ύψιστου, εσένα και μένα;  Σε ορκίζω στο όνομα του Θεού, μη με βασανίσεις!»
Οι μαθητές, φοβισμένοι στη θωριά του ανθρώπου, θέλησαν να προστατέψουν το Δάσκαλο. Προς στιγμή, πέρασε από το μυαλό τους η σκέψη μήπως ο άνθρωπος εκείνος ήταν βαλτός απ’ όσους είχαν θυμώσει με τις διδασκαλίες του Ιησούς. Ο Πέτρος μάλιστα ήταν έτοιμος να τείνει προς το μέρος του ξένου το μαχαίρι του και μ’ αυτό να τον απειλήσει εάν είχε κακό στο νου του για τονΔάσκαλο.
Μα, ατάραχος, ο Ιησούς γύρισε προς τον γυμνό νέο και πρώτα – πρώτα κρένει,  «Πνεύμα ακάθαρτο, βγες έξω από τον άνθρωπο!».  Κατόπιν, αν και ήξερε από πριν την απάντηση, τον ρώτησε, «Ποιο είναι το όνομά σου;»
Εκείνος, τότε, του αποκρίθηκε με τέτοια λόγια, «Λεγεών είναι το όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί!», εννοώντας πως πολλά δαιμόνια είχαν φωλιάσει μέσα του. Και τον παρακαλούσε πολύ να μη διώξει έξω από τη χώρα τα δαιμονικά, μήτε να τα στείλει στην άβυσσο.
Ήταν μάλιστα εκεί κοντά και προς τα βουνά ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων και έβοσκε, των οποίων οι βοσκοί, όσες φορές αντάμωναν τον Λεγεώνα, τον περιέπαιζαν για να γελάσουν μαζύ του και του πετούσαν κάποιο ξεροκόμματο ψωμί για να ιδούν τις αντιδράσεις του. Εκείνος άρπαζε μεμιάς το ψωμί,  το έβαζε λαίμαργα στο στόμα, το κατάπινε μοναναπνιάς, νικούσε, έτσι, την πείνα του και ξεγελούσε την ζωή για να μείνει ζωντανός, πριχού ξαναχαθεί πάλι από τα μάτια των χλευαστών του. Όλοι οι δαίμονες του Λεγεώνα μεμιάς είπαν, λοιπόν, τότε στον Ιησού ικετευτικά, «Στείλε μας στα γουρούνια, για να εισέλθουμε μέσα τους!».
Και ο Ιησούς αμέσως τούς έκανε το θέλημα! Βγαίνοντας, δηλαδή, από τον Λεγεώνα τα πνεύματα τα ακάθαρτα, μπήκαν στους χοίρους. Έκπληκτοι έμειναν οι μαθητές του Ιησού και άλαλοι οι χοιροβοσκοί στο θέαμα όλων όσα επακολούθησαν: Και μανιασμένο όρμησε μεμιάς το κοπάδι στον γκρεμνό και στη θάλασσα. Ήσαν περίπου δύο χιλιάδες τα γουρούνια και πνίγηκαν όλα τους στο απέραντο βάθος της.
Οι χοιροβοσκοί, βλέποντας τους χοίρους να έχουν τέτοιο τέλος και ανήμποροι ν’ κάνουν κάτι για να τους αποτρέψουν, έφυγαν και λαχανιασμένοι από την τρεχάλα ανακοίνωναν σε όλους στην πόλη και στους αγρούς τι είχε γίνει. Κι οι άνθρωποι από την χώρα των Γαδαρηνών, λοιπόν, παρατώντας ό,τι έκαναν, έφταναν όσο μπορούσαν ταχύτερα στην περιοχή, για να μάθουν και να ιδούν με τα μάτια τους τι ακριβώς είχε συμβεί.
Και, να!, έρχονται στον Ιησού και βλέπουνε τον δαιμονισμένο, ο οποίος, όπως όλοι ήξεραν, είχε μέσα του τον Λεγεώνα, να κάθεται πλέον στα πόδια του Ιησού φορώντας ρούχα, να μιλά με πραότητα και να φέρεται φρόνιμα. Ο ένας κοίταζε τον άλλο αμίλητος και δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια και στα αφτιά τους. Τι συνέβη; Κανείς δεν μπορούσε να πει το παραμικρό με σιγουριά, όλοι σιωπηλοί έριχναν μια ματιά στον Ιησού και μια στο Λεγεώνα και τανάπαλιν. Γρήγορα, όμως, η αρχική τους απορία μετατρέπεται σε φόβο μεγάλο, ποτάμι ο ιδρώτας έτρεχε στα μέτωπα όλων και κρύος!
Οι αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες τούς αφηγούνται πώς έγιναν τα πράγματα με τον δαιμονισμένο και σώθηκε και ό,τι συνέβη με τα γουρούνια. Και, τότε, όλοι οι κάτοικοι της χώρας των Γαδαρηνών, τρομοκρατημένοι πάρα πολύ, άρχισαν να προτρέπουν τον  Ιησού να φύγει από τα σύνορα της χώρας τους δίχως άλλην άργητα.
Κι ο Ιησούς ζητά από τους μαθητές του να αρχίζουν τις ετοιμασίες για ν’ αποπλεύσουν από τον αφιλόξενο τόπο.  Δεν είχε πρόθεση, μήτε διάθεση να τσακωθεί ή να βάλει τις φωνές με τους ανθρώπους αυτής εδώ της γης. Σαν να ήθελε να επαληθέψει τα λόγια του Προφήτη, «Δεν θα λογομαχήσει ούτε θα φωνάξει δυνατά ούτε θα ακούσει κανείς τη φωνή του στους πλατιούς δρόμους».
Όταν, λοιπόν,  αυτός επιβιβάστηκε στο πλοίο να φύγει με τους μαθητές του, ο ίσαμε τότε δαιμονισμένος, απορημένος από τη στάση των συμπατριωτών του, τον παρακαλούσε να τον ακολουθήσει και να τον πάρει μαζύ ως μαθητή του. Αλλά ο Ιησούς, με όλη του τη στοργή ν’ αποτυπώνεται στη χροιά της φωνής του, δεν τον άφησε, μα του λέει: «Πήγαινε στο σπίτι σου και στους δικούς σου ανθρώπους και πες τους όσα έκαμε για σένα ο Κύριος και σε σπλαγχνίστηκε!»
Και εκείνος προσκύνησε τον Ιησού και έφυγε και, όπως διαδόθηκε αργότερα, κήρυξε σε όλους τους πολίτες όσα του είχε κάμει ο Δάσκαλος, που βρισκόταν πια πολύ μακριά του και δεν θα ξαναρχόταν ποτέ σε εκείνη την περιοχή…

*Για τη συγγραφή του παραπάνω διηγήματος βασιστήκαμε στα σχετικά χωρία του ευαγγελιστή Μάρκου (κεφάλαιο Ε’, παράγραφοι 1 – 19)…

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.