Μουσείο Τυπογραφείας

“Γυναίκες που ’γιναν ένα με τη γη”

Η νέα θεατρική παράσταση της Εταιρείας Τέχνης “Βιολέττα”, μετά την πετυχημένη πρεμιέρα της την Κυριακή των Βαΐων, επαναλαμβάνεται στην πόλη μας το Σάββατο 31 Μαΐου στη μεγάλη αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Η Μαρινέλλα Βλαχάκη άντλησε το κείμενο της παράστασης από το βιβλίο τής Γεωργίας Σκοπούλη “Αυτές που ’γιναν ένα με τη γη”,(«Δωδώνη», 2008). Από τις 68 πρωτοπρόσωπες ανεπιτήδευτες αφηγήσεις γυναικών της Ηπείρου η Βλαχάκη επέλεξε χαρακτηριστικά αποσπάσματα, τα προσάρμοσε κατάλληλα και συγκρότησε ένα θεατρικό έργο, στο οποίο επτά ηλικιωμένες γυναίκες αφηγούνται στιγμές από τη νιότη τους.
Ολες περιστρέφονται γύρω από έναν κοινό πυρήνα, τον γάμο, με ποικίλες εξακτινώσεις. Κυριότερη είναι η θέση τους στην οικογένεια, που ενώ σήκωναν όλα τα βάρη, η λεκτική και σωματική βία του άντρα εναντίον τους ἦταν κάτι τόσο συνηθισμένο που αν σε κάποια δεν συνέβαινε θεωρούσε ότι περνούσε μια καλή ζωή: «περάσαμαν καλά, δεν με χτύπαγε, όπως άλλοι άντρες χτύπαγαν τις γυναίκες τους», λέει μία.
Αλλα θέματα που θίγουν είναι η επιθυμία του άνδρα για τεκνοποίηση χωρίς όμως κανένα ενδιαφέρον για την πορεία της εγκυμοσύνης της γυναίκας του και για τον τοκετό. Η έλλειψη προστασίας της μητρότητας και της βρεφικής και της παιδικής ηλικίας με τη μεγάλη θνησιμότητα, η υποτυπώδης σχολική εκπαίδευση, ο καθημερινός αγώνας για την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών (τροφή, ενδυμασία, υγεία), η ξενιτιά, τα δεινά από τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο.
Και όλες τα αφηγούνται απλά ως καθημερινά, φυσιολογικά και αυτονόητα γεγονότα που τους συνέβησαν στη δύσκολη και ταραγμένη δεκαετία του 1940, χωρίς ωραιοποιήσεις ή υπερβολές, αλλά και χωρίς μεμψιμοιρία και πολύ περισσότερο χωρίς διάθεση για απόδοση ευθυνών σε κανένα, ούτε στον εαυτό τους. Ολα συνέβησαν όπως τα λένε, σχεδόν νομοτελειακά, χωρίς να μπορούσε να είχε γίνει τίποτα διαφορετικό. Εκαναν τότε ό,τι μπορούσαν για την επιβίωση τη δική τους και της οικογένειας, χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς γκρίνιες, αδύναμες να αλλάξουν οτιδήποτε. Και μετά από μισό και πλέον αιώνα εκείνη την πραγματικότητα δεν μπορούν ούτε να την ξεχάσουν ούτε να τη διαγράψουν. Ζει μέσα τους όχι μόνο ως ανάμνηση, υπάρχει ως ο καθοριστικός παράγοντας ποὺ διαμόρφωσε το μέλλον τους, πάει να πει τη σημερινή ζωή τους.
Τελικά, όμως, η ειρηνική αποδοχή εκείνου του σκληρού παρελθόντος για το οποίο δεν της βαραίνει καμιά προσωπική ενοχή δείχνει να έχει λυτρώσει τις γυναίκες. Μιλούν μετά από τόσα χρόνια, γηραιές πια και δεν κλαίνε για τη χαμένη νιότη τους, δεν βαρυγκομούν για την άδικη τύχη τους. Μένουν ευχαριστημένες με όσα τους χάρισε η ζωή. «Εχασα τέσσερα παιδιά, μου έμειναν και τέσσερα…» λέει τελειώνοντας την εξιστόρηση της ζωής της η δεύτερη γυναίκα.
Οι αφηγήσεις είναι εξαιρετικά λιτές, με γλώσσα λαϊκή, απλή και ουσιαστική, χωρίς καμιά χρήση κοσμητικών επιθέτων ή άλλων καλολογιών. Απεικονίζουν πραγματικά γεγονότα ψυχρά, αντικειμενικά, χωρίς συναισθηματισμούς, με ρεαλισμό φωτογράφου.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Η παράσταση έχει μία πρωτοτυπία, είναι συγχρόνως κινηματογραφική και θεατρική. Ο σκηνοθέτης Θοδωρής Παπαδουλάκης κινηματογράφησε το φυσικό σκηνικό της παράστασης, τα βουνά της Ηπείρου, προβάλλοντάς τα στην επί σκηνής οθόνη. Τοπίο σκληρό, σχεδόν αφιλόξενο, άγονο. Μόνο γίδια και πρόβατα μπορούν να βοσκήσουν εκεί, ακούμε τα κουδούνια τους, ακούμε τους σκύλους που τα φυλάνε, ακούμε το φυσικό ήχο του βουνού και των νερών. Καθώς το πλάνο γίνεται πιο κοντινό  ακούγεται καθαρά ρυθμικός ήχος από πέτρα. Σταδιακά ο φακός αποκαλύπτει μια ηλικιωμένη Ηπειρώτισσα που σπάει καρύδια πάνω σ’ ένα βράχο. Σε λίγο αρχίζει να μιλά για τη ζωή της.
Στα ίδια βουνά εξελίσσεται κινηματογραφικά και η τελευταία ιστορία. Μια άλλη ηλικιωμένη θυμάται καὶ ξαναθρηνεῖ τα δυο σκοτωμένα αδέλφια της στον εμφύλιο. «Ὦ γλυκύ μου, ἔαρ!» βγαίνει αυθόρμητα από μέσα της το εγκώμιο με τη λυρική και εκφραστική φωνή τής ηθοποιού.
Οι ενδιάμεσες πέντε αφηγήσεις ρέουν στη θεατρική σκηνή. Ο θεατής, γυναίκα ή άνδρας, παρακολουθεί στιγμιότυπα ζωής, ανυπόφορα για τον σύγχρονο άνθρωπο και μερικές φορές τόσο απίθανα, που, επειδή μοιάζουν επινοημένα και φανταστικά, του προκαλούν θυμηδία. «Από το 1965 αρχίσαμαν να φοράμε βρακί. […] Αμα παντρευόταν κοπέλα κι είχε βρακιά το γράφανε στο προικοσύμφωνο. “Δυο βελέντζες, ένα σεντόνι κάμποτο μεγάλο και δυο βρακιά”».
Ευτυχώς, αυτό το αυθόρμητο χιούμορ στην πιο δραματική στιγμή αποφορτίζει τη βαριά ατμόσφαιρα. Στην αίθουσα ακούγεται γέλιο με τον πηγαίο αυτοσαρκασμό της αφηγήτριας, που καταφέρνει να διατηρεί αποστάσεις από τα προσωπικά της και αφηγείται ως αντικειμενικός παρατηρητής γεγονότα που σημάδεψαν τη  ζωή της. Ενα ελάχιστο ακόμη παράδειγμα:

«Είπανε του Λούκα του γαμπρού:
– Να πας να τη δεις.
Κι αυτός:
– Εγώ να πάω; Πήγαινε εσύ, αδελφέ.
– Εσύ θα την πάρεις, εγώ να τη δω;
– Μα εσύ δεν θέλεις το κακό μου, του λέει ο Λούκας».
Και τις επτά Ηπειρώτισσες υποδύεται η ίδια η Μαρινέλλα Βλαχάκη. Δεν ξενίζει το θεατή η διαδοχική εναλλαγή ρόλων της, όχι μόνο γιατί αντιλαμβάνεται τη θεατρική σύμβαση, αλλά κυρίως γιατί οι επτά γυναίκες συνθέτουν στην ουσία ένα πρόσωπο, αυτό της γυναίκας της Ηπείρου του 1940 (ή μήπως και της Ελλάδας, και των Βαλκανίων;). Η θεατρική παράσταση, όπως άλλωστε και το βιβλίο, αυτό τό πρόσωπο αποσκοπεί να σκιαγραφήσει «πρός γνῶσιν» και πιστεύω πως το πετυχαίνει.
Κινηματογραφική ἢ θεατρική η Βλαχάκη ερμηνεύει τὶς «Γυναίκες» με ευαισθησία και λιτότητα, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και ακραίο λυρισμό. Με κίνηση μετρημένη και σεμνή αποδίδει το ύφος και το ήθος της απλοϊκής χωρικής γυναίκας της Ηπείρου χωρίς να την κρητικοποιήσει. Και καταφέρνει να συγκινήσει, γιατί το ανθρώπινο πάθος δεν έχει πατρίδα ούτε ανήκει σε συγκεκριμένο χρόνο. Ο θεατής στην Κρήτη ή στην Ηπειρο και στη Θεσσαλία, στην Αθήνα ή στη Μακεδονία και στην Κύπρο μπορεί να βιώσει καταστάσεις που ἔζησαν άλλοι, αλλού, σε άλλες εποχές και να του γεννηθοῦν ίδια με κείνους συναισθήματα, ίδιοι προβληματισμοί, αν το κείμενο είναι ειλικρινές, αληθινά βιωματικό, χωρίς περιττά στολίδια και η σκηνοθεσία στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά.
Καθαρά μινιμαλιστική είναι και η σκηνογραφία συνάδοντας με τη φτώχεια της ζωής που αφηγούνται τα πρόσωπα. Στη σκηνή υπάρχει μόνο ένα κάθισμα, ένα τραπεζάκι κι η σκευή της ηρωίδας (το πλεκτό της, το λαγήνι της, ένα μαγειρικό σκεύος). Δεν νιώθεις να λείπει τίποτε.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
Τη σκληρή πραγματικότητα των αφηγήσεων υποστηρίζουν κατάλληλα επιλεγμένα οπτικά ντοκουμέντα, εκφραστικές φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα και της Βούλας Παπαϊωάννου από το Μουσείο Μπενάκη.
Η κάθε φωτογραφία, σύμφωνα με τη σκηνοθετική ευρηματικότητα του Θοδωρή Παπαδουλάκη και του νέου σκηνοθέτη Γιάννη Κρητικού, δεν προβάλλεται απλά και τυχαία στην οθόνη πίσω από την ηθοποιό, έχει το ρόλο του βωβού προσώπου, λίαν απαραίτητου και αποτελεσματικού. Αντιλαμβανόμαστε γρήγορα πως η φωτογραφία μοιράζεται τον ρόλο μαζί της και λειτουργεί συμπρωταγωνιστικά, αφού στο τέλος το χάρτινο πρόσωπο ταυτίζεται με την επί σκηνής ηρωίδα.
Η φωτογραφία, που εστιάζει αρχικά στο πρόσωπο, στα μάτια κυρίως,  αποκαλύπτεται σταδιακά με το ρυθμό της αφήγησης. Όταν έχει επιτευχθεί ταύτιση λόγου και εικόνας, ο θεατής βρίσκεται μπροστά στο ηπειρωτικό τοπίο, στα χιονισμένα βουνά, στα νταμάρια και στα ποτάμια, στα δάση και στον καθαρό ή συννεφιασμένο ουρανό. Κι ανάμεσά τους βλέπει τα έμψυχα όντα, κατσίκια και πρόβατα, χωρικές με τις τοπικές φορεσιές τους, παιδιά ξυπόλητα και ρακένδυτα. Ο σκηνοθέτης κατάφερε να υποβάλει στο θεατή την εντύπωση πως είναι αυτόπτης μάρτυρας της βιωμένης συγκεκριμένης λεπτομέρειας της ζωής των γυναικών.
Και η υποβολή συνεχίζεται όσο χρόνο η φωτογραφία προβάλλεται ολοκληρωμένη σ’ όλο το μήκος τής μεγάλης οθόνης πάνω από την άδεια σκηνή. Η Βλαχάκη έχει αποσυρθεί στην κουίντα. Προετοιμάζεται για να υποδυθεί μια άλλη Ηπειρώτισσα. Στην αίθουσα δεν ακούγεται ψίθυρος, ο θεατής ξαναζεί τα γεγονότα που άκουσε και βοηθούμενος ἀπὸ τὴν ανάλογη ηχητική υπόκρουση τα επεξεργάζεται συναισθηματικά και νοητικά. Η μικρή παύση είναι απόλυτα λειτουργική, θα πρόσθετα και απαραίτητη για το θεατή.

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Οι θεατρικοί μονόλογοι διακόπτονται σε καίρια σημεία από ηπειρώτικα τραγούδια, που ενισχύουν τον δραματικό λόγο και δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που καθηλώνει τον θεατή. Τα τραγούδια περισσότερο ή λιγότερο γνωστά όπως “Ο Μενούσης” ἢ “Γιάννη μου το μαντήλι σου”, τραγουδούν με ψυχή η Δανάη Μπότικ και ο Λεωνίδας Μαριδάκης, ο οποίος έχει κάνει και τη διασκευή για την παράσταση.
Ψυχή της παράστασης η Μαρινέλλα Βλαχάκη φρόντισε από την αρχή μέχρι το τέλος όλες τις μικρολεπτομέρειες ώστε, κατά το ανθρώπινα δυνατό, να είναι πετυχημένη. Πρέπει να είναι μεγάλη ηθική αμοιβή για κείνη που το κοινό φεύγει από το θέατρο ικανοποιημένο και βαθιά συγκινημένο.

1 σχολιο

    Γράψτε το σχόλιό σας

    Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
    Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

    Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.