Μουσείο Τυπογραφείας

Για τετρακόσια ευρώ!

Πήρα τον κοντυλοφόρο, πήρα μια κόλλα χαρτί κι αρχίνηξα να γράφω μια έντονη διαμαρτυρία για τις εφημερίδες, σχετικά με τα έξοδά μου τα προπληρωμένα, όταν με είχανε καλέσει να πάω από την Κρήτη στη Μυτιλήνη προκειμένου να δώσω μια διάλεξη της ειδικότητάς μου και να βοηθήσω στην πραγματοποίηση ενός διεθνούς συνεδρίου. Δεν ήτανε εύκολο, μα δέχτηκα με την υπόσχεσή τους ότι θα καλύψουν τα έξοδα εισιτηρίων και ύπνου. Κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ. Το μόνο που εισέπραττα ήταν υποσχέσεις και… στο, περίμενε.
Η πρωτοβουλία για το συνέδριο αυτό ήταν του Παναγιώτη Μανολάκα σκηνοθέτη της θεατρικής ομάδας του Δήμου Μυτιλήνης.
Έγραφα, λοιπόν, μα αλλαξογνώμησα μεσόστρατα και κείνο που κατάφερα ήταν να μουτζουρώσω το χαρτί.
– Δε βαριέσαι. Για τετρακόσια ευρώ, σκέφτηκα, σταμάτησα.
Μια φωνή όμως από μέσα μου με παρότρυνε.
– Γράψε. Δεν είναι για τα λεφτά, μα το γιατί.
– Όχουου, γρινιάρη, απάντησα.
Μα η φωνή με πίεζε.
– Να διεκδικήσεις το δίκιο σου. Στην ανάγκη να πας δικαστικώς. Δεν είναι λίγα τα τετρακόσια ευρώ.
Κι έτσι, πε-πε-πε, άρχισα πάλι να γράφω ένα κείμενο με όχι κολακευτικούς χαρακτηρισμούς για το Δήμο Μυτιλήνης.
Προτού γεμίσω όμως μερικές αράδες, άντε πάλι με έπιασε το τέτοιο μου, δεν είναι σωστό, λέω, να γίνω κακός, θα χάσω και τον ύπνο μου κάνε δυο βράδια, άστο. Ξαναδιάβασα τα λίγα που είχα γράψει, δεν μου άρεσαν, σκέφτηκα δικηγόρους και δεν ξέρω τι άλλο, όφουου… ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου, σίγουρα θα χτύπησε και δεκαοχτάρι η πίεση, λέω,
– Συμφέρει ρε Γιώργο;
Μια πάλη άρχισε ανάμεσα στο ναι και το όχι, στην αξιοπρέπεια και τη μικροπρέπεια, στην ηρεμία και τα λεφτά, μέχρι που άρπαξα το μουτζουρωμένο χαρτί το έσκισα, έσπασα και το μολύβι μη μου θυμίζει την όλη ιστορία, κι ηρέμησα ρε παιδιά. Με το πρώτο. Και, ναι. Λόγω τιμής γέλαγα. Γέλαγα για το τι πήγα να κάνω.
Τώρα, ξέρω, φίλοι μου αγαπημένοι, πως εσείς που με διαβάζετε, με στολίζετε με πολυποίκιλα κοσμητικά επίθετα. Δεν με πειράζει. Αντί για τα λεφτά, προτιμώ την ελευτερία μου.
Κι έτσι, αρκέστηκα να κάνω ένα τηλεφώνημα στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Μυτιλήνης. Με καθησύχασαν. Όπως κάθε χρόνο.
– Μην ανησυχείτε, κάποιο λάθος έγινε και προσπαθούμε να το διορθώσουμε. Πάρτε μας σε ένα μήνα.
Επειδή όμως δυσκολεύομαι να παρακαλάω, δεν έπαιρνα κάθε μήνα, αλλά κάθε χρόνο κι αυτό εξ αιτίας του φίλου μου Μανολάκα που μου φώναζε.
– Αν δε κλάψει το μωρό δεν του δίνει βυζί η μάνα. Πάρε τους και να τους βάλεις τις φωνές, μου έλεγε.
Όμως εγώ τα ίδια.
– Σας παρακαλώ φροντίστε να λήξει αυτό το θέμα. Δεν είναι σωστό να με ταλαιπωρείτε έτσι.
– Συγγνώμη κύριε Καμβυσέλλη. Λίγη υπομονή και θα τα πάρετε.
Κι επειδή φημίζομαι για την υπομονή ή τη βλακεία μου, περάσανε δυόμιση ολάκερα χρόνια σχεδόν τρία. Κι αν έπαιρνα τηλέφωνο, το έκανα για το φίλο μου. Προσωπικά τα είχα ξεγραμμένα.
Μα άξαφνα, οι όροι του κλάσματος αντιστράφηκαν, όταν χτύπησε προχτές το τηλέφωνο κι άκουσα μια γυναικεία φωνή.
– Σας τηλεφωνώ από το Δήμο. Τα χρήματα σας βγήκανε και να περάσετε να τα πάρετε.
– Ευχαριστώ πολύ, πήγα να της πω, με διέκοψε.
– Εμείς σας ευχαριστούμε κύριε Καμβυσέλλη για τη βοήθειά σας. Ευχαριστούμε και για την κατανόηση.
Ο Μανολάκας μου τα έφερε, ήπιαμε ένα ούζο και όταν έφυγε, πέρασα από μια γειτονιά, μοίρασα τα μισά, μπορεί και παραπάνω, εισέπραξα ευτυχία από τα δακρυσμένα ματάκια σαν μου λέγανε «ευχαριστούμε κύριε…» και κοιμήθηκα το βράδυ ήσυχος, ξεκούραστος.
Γι’ αυτό σου λέω. Δεν με κορόιδεψαν και μπράβο στη δημοτική υπηρεσία που τακτοποίησε μια τόσο μικρή μα σημαντική υπόθεση.
Τα φαντάζεστε, αλήθεια, αυτά τα ματάκια;
Γελαστά και υγραμένα. Όλο ευγνωμοσύνη.
Ευχαριστώ όλους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.