Μουσείο Τυπογραφείας

Ενας Χανιώτης στην ψηλότερη κορυφή της Ευρώπης

Ο Γιάννης Στεφανογιάννης κατόρθωσε να “κατακτήσει” την κορυφή του όρους Elbrus στον Καύκασο της Ρωσίας, στα 5.642 μέτρα


Το Ελμπρούς είναι το ψηλότερο βουνό της οροσειράς του Καυκάσου και ταυτόχρονα το ψηλότερο σημείο της Ευρώπης.   Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ρωσίας, στα όρια Ευρώπης-Ασίας, περίπου 1.700 χιλιόμετρα νότια της Μόσχας, κοντά στα σύνορα με τη Γεωργία.
Aποτελείται από δύο κορυφές (“κοιμώμενα” ηφαίστεια, με τελευταία έκρηξη το 50 π.Χ.), με ψηλότερη τη δυτική, που αγγίζει τα 5.642 μέτρα.  Η κατάκτηση της δυτικής κορυφής έγινε για πρώτη φορά το 1874, ενώ μέχρι σήμερα λιγότεροι από διακόσιοι Έλληνες ορειβάτες έχουν καταφέρει να φτάσουν σε αυτήν.  Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, σε αυτήν την κορυφή του Καυκάσου ο Δίας αλυσόδεσε τον Τιτάνα Προμηθέα, για να τον τιμωρήσει που του έκλεψε τη φωτιά και τη χάρισε στους θνητούς.
Η ορειβατική ομάδα, με αρχηγό τον Παναγιώτη Κοτρωνάρο, έναν από τους εμπειρότερους Έλληνες ορειβάτες-αλπινιστές, αποτελούνταν από 6 άτομα, 4 άνδρες (δύο από τους οποίους ήταν και μαραθωνοδρόμοι ορεινών διαδρομών) και 2 γυναίκες, με κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία σε αναβάσεις βουνών.  Η αρχική συγκέντρωση έγινε στο αεροδρόμιο ‘’Μακεδονία’’ της Θεσσαλονίκης, απ’ όπου η ομάδα αναχώρησε το πρωί της 26ης Ιουλίου για την πόλη Μineralnye Vody της νοτιοδυτικής Ρωσίας.  Μετά από αυστηρότατους ελέγχους στο αεροδρόμιο ακτίνες αλλά και άνοιγμα βαλιτσών, ακόμη και των βαρελιών με τα τρόφιμα, με μία στάση για ανεφοδιασμό σε ένα απέραντο supermarket 24ωρης λειτουργίας (‘’LENTA’’), η ομάδα αναχώρησε με minibus για την κοιλάδα Baksan και το χωριό Terskol.
Στη διαδρομή αυτή των 3,5 ωρών υπήρχαν απέραντες πεδιάδες γεμάτες από καλλιέργειες, κυρίως με καλαμπόκια, ηλιοτρόπια και μηλιές.  Συχνά, ακόμη, συναντά κανείς, ακόμη και στη μέση του δρόμου, δεκάδες αγελάδες, που βόσκουν ανέμελα ελεύθερες, στα αχανή καταπράσινα βοσκοτόπια.  Τα σπίτια στην εξοχή είχαν περίεργη χωροθέτηση, αφού κάθε 4-5 από αυτά μοιράζονταν μια κοινή αυλή, η οποία περιστοιχίζονταν από ψηλό μαντρότοιχο και μεγάλες σιδερένιες πόρτες, για λόγους προστασίας.  Περνώντας τα χωριά, είδαμε σε αρκετά σημεία φυλάκια, μεγάλα τσιμεντένια στηθαία που περιόριζαν την κίνηση των οχημάτων και πάνοπλους στρατιώτες με αυτόματα όπλα.
Αργότερα μάθαμε από το Ρώσο οδηγό ότι η περιοχή, εκτός από τη υψηλή εγκληματικότητα, βρίσκεται κοντά στην Τσετσενία, ένα γεωγραφικό διαμέρισμα που ενεπλάκη σε πόλεμο με τη Ρωσία λόγω προσπάθειας ανεξαρτητοποίησης και ακόμη διατηρεί θύλακες επικίνδυνων ανταρτών.  Στο δρόμο, επίσης, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν να πουλήσουν ελάχιστα φρούτα ή λαχανικά, για να εξοικονομήσουν κάποια χρήματα.  Οι περιοχές αυτές του Καυκάσου είναι πολύ φτωχές, με πενιχρά εισοδήματα, μακριά από την πρωτεύουσα και το κεντρικό κράτος, σχεδόν ξεχασμένες, με δική τους διάλεκτο και έθιμα, απομονωμένες από τον υπόλοιπο κόσμο.  Πολλά σπίτια αποτελούνται από πρόχειρες κατασκευές, τα οχήματά τους είναι πολύ παλιά και γενικά όλο το περιβάλλον θυμίζει δεκαετία του 1970.  Στα μέρη, μόνο, κοντά στα χιονοδρομικά κέντρα, υπάρχει τουριστική ανάπτυξη και καλύτερο επίπεδο ζωής.
Το απόγευμα φτάνουμε στο Terskol, σε υψόμετρο 2.200m, και καταλύουμε σε ένα γραφικό ξενοδοχείο της ρωσικής υπαίθρου, με ξύλινες επενδύσεις και ελαφρώς ξεπερασμένη αισθητική, όπως άλλωστε και τα περισσότερα κτίρια της περιοχής, στα οποία αισθάνεται κανείς ότι έχει σταματήσει ο χρόνος πριν λίγες δεκαετίες.  Την επόμενη μέρα φτάσαμε με τελεφερίκ στα 3.050μ, ώστε να αρχίσουμε την προσαρμογή στα μεγάλα υψόμετρα, και από εκεί ανεβήκαμε στην κορυφή Cheget (3.500μ.), όπου και είδαμε για πρώτη φορά απέναντί μας το επιβλητικό όρος Elbrus.  Την 3η μέρα κάναμε πορεία εγκλιματισμού σε καταπράσινα δάση και τους περίφημους καταρράκτες Devichi Kosy, με κατάληξη στο σταθμό/χιονοδρομικό κέντρο Azau (2.350 m), που αποτελεί σημείο πεζοπορίας και αναψυχής για τους Ρώσους, αφού το καλοκαίρι δεν υπάρχουν χιόνια για χειμερινά σπορ.  Διαθέτει, ακόμη, πολλά γραφικά μαγαζιά για φαγητό, καφέ, σουβενίρ ή ενοικίαση ορειβατικού εξοπλισμού.  Το βασικό μενού στα εστιατόρια είναι το ψητό κρέας αρνιού, σε διάφορες εκδόσεις, ενώ τα καφέ σερβίρουν μόνο ζεστό τσάι και καφέδες (καπουτσίνο, αμερικάνο και άλλους άγνωστους).  Η περιοχή περιλαμβάνει ονειρικές περιπατητικές διαδρομές, στρωμένα μονοπάτια, πηγές, ποτάμια και καταρράκτες από τα χιόνια που λιώνουν στα βουνά, με απέραντο πράσινο και γύρω γύρω επιβλητικές οροσειρές.
Μετά από 3 μέρες στο Terskol η ομάδα μας αναχώρησε για τον τελικό μας προορισμό, μεταφέροντας ατομικό εξοπλισμό, περίπου 80 κιλά τρόφιμα και 100 κιλά νερό, αφού στο καταφύγιο θα έπρεπε να ετοιμάζουμε μόνοι μας το φαγητό μας και δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό, αλλά μόνο ηλεκτρικό ρεύμα.  Δια μέσου των σταθμών Azau και Mir (3.500 μ.), φτάνουμε στο σταθμό/καταφύγιο Garabashi (3.846 μ.), όπου καταλύουμε και διανυκτερεύουμε σε ειδικά διασκευασμένα containers (‘’barrels’’) με στοιχειώδεις ανέσεις. Εκεί συναντάμε το πρώτο χιόνι και τους πρώτους παγετώνες εκατομμυρίων ετών, που λιώνουν λόγω της κλιματικής αλλαγής και τροφοδοτούν ορμητικά ποτάμια και καταρράκτες.  Επίσης, σε άλλα σημεία, το νερό των παγετώνων εγκλωβίζεται σε κάποια κοιλότητα, σχηματίζοντας εντυπωσιακές παγετωνικές λίμνες.
Στα καταφύγια υπήρχε χωριστή κουζίνα, με Ελληνίδα μαγείρισσα, μέλος της αποστολή μας, ενώ μπορεί να ‘’ενοικιάσει’’ και κάποιος μαγείρισσες που μένουν μόνιμα εκεί και έχουν δικά τους τρόφιμα και συνταγές.  Εμείς προτιμήσαμε την ελληνική κουζίνα, με τρόφιμα που φέραμε μαζί μας από τη Θεσσαλονίκη, τα οποία συμπληρώθηκαν με φρούτα, λαχανικά και άλλα είδη από τοπικά μαγαζιά.
Tις επόμενες μέρες παίρναμε αρκετά γεύματα (περίπου 5.000 θερμίδες/μέρα) για φόρτιση των αποθηκών ενέργειας του σώματός μας. Κάναμε, επίσης, ελαφρές πεζοπορίες 1-3 ωρών στη γύρω περιοχή, με ανώτερη κατάληξη τους χαρακτηριστικούς βράχους Pastukhof Rocks, στα 4.750 μ.  και επιστροφή για διανυκτέρευση στα barrels.  Σε αυτό το υψόμετρο παραμείναμε για  σταθεροποίηση της προσαρμογής μας στο μεγάλο υψόμετρο, με έμφαση στη σωστή ενυδάτωση του οργανισμού.  Την 4η μέρα, μετά από προετοιμασία και έλεγχο εξοπλισμού, ετοιμαστήκαμε για την πολυθρύλητη ημέρα κορυφής.
Το στρατιωτικό εγερτήριο για πρωινό ήταν στις 2 το πρωί. Η μισή ομάδα αναχώρησε από το σταθμό Garabashi, ενώ η υπόλοιπη ανέβηκε με ειδικά οχήματα χιονιού (ratracks) μέχρι τα Pastukhof Rocks, όπου και γίνεται η συγκέντρωση των ορειβατών.  Από το σημείο αυτό και πάνω, δυσκολεύει η διαδρομή και αρχίζουν τα ζητήματα με το υψόμετρο.  Ο εγκλιματισμός (προσαρμογή του οργανισμού) στο υψόμετρο αποτελεί σημαντικό πρόβλημα, αφού οι περισσότεροι ορειβάτες αρχίζουν να αντιμετωπίζουν (λιγότερο ή περισσότερο) ζαλάδες, ναυτία, εμέτους, αϋπνία, διανοητική σύγχυση και αίσθημα κόπωσης.  Το πεδίο, γενικά, είχε παχύ χιόνι, μέτρια παγωμένο το πρωί (υποχρεωτικά χρήση ειδικού εξοπλισμού κραμπόν-μπατόν και σε μεγάλες κλίσεις πιολέ), με κλίση 25-30ο.   Μέχρι τα 5.350 μ., υπήρχε στενό μονοπάτι 1 ατόμου, χωρίς προστατευτικά σχοινιά, γεγονός που απαιτούσε μεγάλη προσοχή και συνεχή εγρήγορση.  Ο ρυθμός κίνησης ήταν πολύ αργός, ενώ στο μονοπάτι συνωστίζονταν αποστολές από διάφορες χώρες, με μέση ηλικία περίπου στα 30-50 έτη.
Στο διάσελο (υψίπεδο μεταξύ των δύο μεγάλων κορυφών) οι ομάδες ξεκουράζονταν, έπιναν ζεστά ροφήματα και προετοιμάζονταν ψυχολογικά για το τελευταίο και δυσκολότερο κομμάτι.  Εκεί άκουγε κάποιος διάφορες γλώσσες και έβλεπε ανθρώπους από διάφορα μέρη του κόσμου, που τους ενώνει η πρόκληση, η περιπέτεια και η έκκριση της αδρεναλίνης.  Λόγω υπερβολικής κούρασης, η κατανάλωση στερεάς τροφής ήταν σχεδόν αδύνατη και ο οργανισμός χρησιμοποιεί και κινείται με την ενέργεια που αποθήκευσε τις προηγούμενες μέρες.  Στη συνέχεια ακολουθούσε ανηφορικό μονοπάτι, κλίσης μεγαλύτερης των 30ο, με φιξαρισμένο σχοινί για 200 περίπου μέτρα, λόγω μεγάλης κλίσης της πλαγιάς.  Μετά το κομμάτι αυτό υπήρχε ένα τελικό υψίπεδο, με μικρή σχετικά κλίση, όπου οι ορειβάτες ανασυγκροτούσαν τις δυνάμεις τους, άφηναν τα σακίδιά τους και προσέγγιζαν στην κορυφή μόνο με τα κινητά, τις φωτογραφικές μηχανές και (ενδεχομένως) τις σημαίες τους.
Η θερμοκρασία ήταν, παρά την ηλιοφάνεια, ήταν -8οC με feeling (αίσθηση για τους ορειβάτες), λόγω υψομέτρου, τους -16οC.  Στην κορυφή το οξυγόνο ήταν στο 50% του κανονικού, γεγονός που απαιτούσε αργές και μετρημένες κινήσεις, χωρίς την παραμικρή σπατάλη ενέργειας, με βαθιές αναπνοές για καλύτερη οξυγόνωση, ενώ δεν γίνεται χρήση φιαλών οξυγόνου.  Στη διαδρομή, παρά την ηλιοφάνεια, υπήρχαν απροειδοποίητες θυελλώδεις ριπές αέρα, που μετακινούσε χονδρόκοκκο χιόνι με τεράστια ταχύτητα και ορμή και μπορούσε ακόμη και να ανατρέψει τους ορειβάτες που δεν έμεναν σταθεροί στη θέση τους, κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη σε πλαγιές με μεγάλη κλίση.
Από την ομάδα μας των 6 ατόμων, οι 5 εγκατέλειψαν μεταξύ 5.000-5.350 μ. (λόγω εξάντλησης και συμπτωμάτων υψομέτρου), επιστρέφοντας στο σταθμό Garabashi, ενώ ο Γιάννης Στεφανογιάννης συνέχισε και έφτασε στην κορυφή με το Ρώσο οδηγό βουνού στις 9 το πρωί της 1ης Αυγούστου, όπου ύψωσε τόσο την Ελληνική σημαία, όσο και τη σημαία των ‘’Γιατρών του Κόσμου’’.  Η επιστροφή στο καταφύγιο έγινε με αργό ρυθμό και διήρκεσε περίπου 4 ώρες.
Την επόμενη μέρα έγινε συγκέντρωση εξοπλισμού και αναχώρηση από το Garabashi με τελεφερίκ, με τελική κατάληξη το σταθμό Azau και στη συνέχεια με minibus στο Terskol, όπου στο ξενοδοχείο έγινε η απονομή του επίσημου διπλώματος ανάβασης.  Η ομάδα συνέχισε και κατέληξε με minibus στο Pyatigorsk (180 km), μια κλασική ρωσική πόλη 150.000 κατοίκων, με διάσημα ιαματικά λουτρά και την επόμενη μέρα επέστρεψε στην Ελλάδα με το αεροπορικό δρομολόγιο Mineralnye Vody – Θεσσαλονίκη – Αθήνα.
Ένα από τα αξιοσημείωτα σημεία της περιήγησής μας,είναι η δυσκολία επικοινωνίας με τους ντόπιους, αφού είναι πολύ σπάνιο κάποιος, ακόμη και στα μεγάλα ξενοδοχεία και τα χιονοδρομικά κέντρα, να μιλάει αγγλικά.  Οι άνθρωποι είναι φανερό ότι προσπαθούν και θέλουν να σε εξυπηρετήσουν, αλλά δεν τα καταφέρνουν.  Επίσης, τα μέτρα ασφαλείας είναι πολύ αυστηρά παντού, ιδίως στα αεροδρόμια, που διαθέτουν ισχυρή επιτήρηση από δεκάδες κάμερες και αναρίθμητους αστυνομικούς.  Ειδικά κατά την αναχώρησή μας, οι αποσκευές πέρασαν 3 φορές από τα ειδικά μηχανήματα!
Σε μεγάλες πόλεις, όπως το Pyatigorsk, που μείναμε 2 μέρες, η αισθητική των κτιρίων και των κατοικιών είναι ξεπερασμένη, για τα δικά μας πρότυπα, τα εμπορικά κέντρα και τα καταστήματα είναι επιπέδου επαρχιακής πόλης, ενώ είναι αισθητή η κοινωνική διαστρωμάτωση, από τη μια πλευρά με τα τελευταία μοντέλα Mercedes, BMW κ.λ.π. και από την άλλη σχεδόν διαλυμένα LADA και άλλες τοπικές άγνωστες μάρκες.  Υπάρχουν ακόμη και πολλά καφέ και εστιατόρια, με τιμές υπηρεσιών περίπου στο 50% των μέσων Ελληνικών, με την υποσημείωση ότι πρόκειται για μη τουριστική πόλη, μακριά από τα χιονοδρομικά κέντρα.
Οι αναβάσεις σε υπερ-υψηλές κορυφές, άνω των 5.000 μ. είναι μια πολυσύνθετη διαδικασία, που απαιτεί ειδική εκπαίδευση και εξοπλισμό, αλλά και άριστη φυσική κατάσταση.  Για να ελαχιστοποιήσει κάποιος τα προβλήματα από τις χαμηλές θερμοκρασίες και την πιθανή βροχή ή χιονόπτωση, απαιτούνται ειδικές μπότες και κάλτσες, ισοθερμικά εσώρουχα, δύο παντελόνια, πέντε διαδοχικά πανωφόρια, μάσκες χιονιού, κάλυψη για το πρόσωπο, διπλά γάντια και πολλά άλλα.  Στο μυαλό κάθε ορειβάτη, επίσης, θα πρέπει να υπάρχει και η (σημαντική στο Elbrus) πιθανότητα της αποτυχίας ανάβασης στην κορυφή, που μπορεί να οφείλεται στις καιρικές συνθήκες, τον ελλιπή εξοπλισμό και εκπαίδευση, τα συμπτώματα υψομέτρου, ή την ψυχολογία του.
Η κατάκτηση της κορυφής της Ευρώπης αποτελεί ανεπανάληπτη πρόκληση και εμπειρία για κάθε ορειβάτη/αλπινιστή, που είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις.  Όταν κατορθώσεις να φτάσεις στο ανώτερο σημείο, μπροστά σου απλώνονται οι υψηλότερες κορυφές της Ευρώπης και απολαμβάνεις ανεμπόδιστα τα βουνά της Ρωσίας, της Γεωργίας και μακρύτερα του Αζερμπαϊτζάν, στα όρια Ευρώπης-Ασίας.  Τα τοπία, η περιπέτεια και οι ανεπανάληπτες εμπειρίες παραμένουν χαραγμένα για πάντα στη μνήμη σου, αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τη μετέπειτα ζωή σου και σου υπενθυμίζουν ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, αρκεί να το οργανώσεις με τον κατάλληλο τρόπο  και να το πιστέψεις.  Σε τέτοιες απαιτητικές αναβάσεις, ο αντίπαλος δεν είναι ούτε οι άλλοι ορειβάτες, αφού δεν τίθεται θέμα συναγωνισμού, ούτε καν το ίδιο το βουνό.  Ο μόνος σου αντίπαλος είναι ο εαυτός σου και οι ψυχοσωματικές του ικανότητες και δυνατότητες, τις οποίες θα πρέπει αναμφίβολα να υποτάξεις και να υπερβείς, ώστε να καταφέρεις να πετύχεις τον πολυπόθητο στόχο της κατάκτησης της κορυφής!

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.