Μουσείο Τυπογραφείας

Ελληνικοί Μύθοι, και χιούμορ κατά “τα καθ’ ημάς”

ΚΑΘΕ περιπέτεια υγείας, την πολεμάς. Τις περισσότερες φορές τη νικάς.
ΚΑΘΕ νίκη σού δίνει την ευκαιρία να επανεκτιμήσεις τη ζωή. Αντιλαμβάνεσαι το εύθραυστό της, αυτοσαρκάζεσαι, απολαμβάνεις το ελληνικό -και όχι μόνο- χιούμορ.
Ο ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ υπήρξε παλιός Aθηναίος χρονογράφος, σεναριογράφος, επιθεωρησιογράφος, σκηνοθέτης ηθογραφικών κωμωδιών και συγγραφέας εύθυμων βιβλίων. Να, πώς σχολίαζε μέσω της Ελληνικής Μυθολογίας, τη ζωή των συνελλήνων στη δεκαετία του 1960:
• «…Ο Θεός έφτιαξε τα μικρόβια, τα χρέη, τους στενοκέφαλους δικαστικούς και τους συγγενείς, για να τιμωρήσει τον αχάριστον και τον άτιμον άνθρωπο. Τα πρώτα τα πολεμάς με ενέσεις, τα δεύτερα με άρνηση και σε πάνε μέσα, τα τρίτα με φυλάκιση. Τους συγγενείς δεν τους πολεμάς με τίποτα…»!
ΣΤΗΝ Ελλάδα του κορωνοϊού, παρά τις τρομακτικές αλλαγές γύρω μας, ο τρόπος ζωής δεν άλλαξε: οι παλιές “καλές συνήθειες” επανέρχονται, ενώ η αυτοπειθαρχία κι ο αλληλοσεβασμός λείπουν. Δεν πα να μας «φορέσουν» εκατό μνημόνια, δεν πα να έρθουν δέκα Covid-19, θα προπορεύεται ο “μεταπράτης” εαυτούλης μας, αριστερός, σοσιαλιστής, ακροδεξιός ή απλά δεξιός. Η κριτική μας για τους άλλους είναι ανελέητη. Για τον εαυτό μας όμως, επιφυλάσσουμε το απυρόβλητο! Καταφερόμαστε εναντίον ενός “σάπιου κατεστημένου” (που εμείς ψηφίζουμε), μιας ασίγαστης αρχομανίας (που εμείς προωθούμε), ενός “νόμιμου” που μετατρέπεται εύκολα σε “ηθικό” (με τις ανοχές μας). Μόνο το χώμα που πατάμε μένει αμετάβλητο:
• «… Ε, λοιπόν, πάντα ήτανε ένας λαός μεταπρατών οι Έλληνες. Η γη, σκουπιδαριό του Θεού που πέταξε όσα βράχια του περισσεύανε (…) Η ελιά φύτρωνε πάνω στις απότομες πλαγιές για να καλύψει το έλλειμμα από τα αραιά κοπάδια με λίπος φυτικό. Ίσως νάτανε και το κλίμα που την ανάγκασε να φυτρώνει σε τούτες τις Μεσογειακές άκρες. Μπόλικο το σταφύλι, λιγοστό το σιτάρι. Όμως κανένας Έλληνας δεν σκοτίστηκε για την φτώχεια της γης του. Τη γλέντησε τούτη τη φτώχεια. Στη μεγάλη, τη δυνατή Αθηναϊκή Δημοκρατία, τότε τον χρυσό καιρό της, οι «ελεύθεροι πολίτες» περνάγανε κοτσάνι με φακή, κρασάκι και κριθαρένιο ψωμί. Αραιή και γιορταστική ήτανε η καλοφαγία. Το μόνο που δούλευε άφθονα και πληθωρικά ήτανε «ο νους», η σκέψη, το πνεύμα. Και το αντριλίκι, που αντιμετώπιζε νικηφόρα ορδές από Ασιάτες επιδρομείς, σε δυσανάλογους αλλά νικηφόρους αγώνες. Αντίθετα με τη Ρώμη, την Ελλάδα δεν την έφαγε ο πλούτος. Την έφαγε το μυαλό της. Που δημιούργησε διαμάχες ανάμεσα στους Έλληνες και τους έβαλε να μαλώνουνε μεταξύ τους. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήτανε η αρχή του τέλους της. Οι τέσσερις σταθμοί της καταστροφής της: Πόλεμος Αθήνας – Σπάρτης, πρόωρος θάνατος του Αλέξανδρου, Βυζαντινή παπαδοκρατία, Μικρασιατική καταστροφή. Ένα από τα τέσσερα ήτανε ικανό να την βουλιάξει. Ήρθανε και τα τέσσερα ακριβώς τη στιγμή που σηκώναμε κεφάλι. «Καλημέρα μεγάλοι και εντιμότατοι ημών σύμμαχοι και προστάτες», αλλά φταίμε κι εμείς. Έχουμε, βλέπεις, πολύ ανεπτυγμένη την ανεξαρτησία, την πρωτοβουλία και το πνεύμα της αρχομανίας. Και δεν πρόκειται να διορθωθούμε ποτέ. Αυτό είναι το δράμα μας…»
ΑΦΟΤΟΥ μας «φτιάξαν» κράτος οι ξένοι, σερνόμαστε πίσω τους σαν σκυλάκια: Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι, Αμερικανοί, τώρα Γερμανοί, που όλοι τους “παίζουν παιχνίδια” στην πλάτη μας. Μια φορά πήγαμε να τους βγούμε “από αριστερά” (2015) και κοντέψανε να μας αφανίσουν. Γράφει σχετικά ο Τσιφόρος:
• «…Το μυστικό με τους δυνατούς είναι να τους χαμογελάς και να τους λες ότι είναι σπουδαίοι. Έτσι και τους βγεις παραπάνω, όλη τη δύναμή τους θα την ξεσπάσουνε στην καμπούρα σου…»
ΑΦΗΝΟΥΜΕ τα κοινωνικοπολιτικά που μας ταλανίζουν αιώνες, για να βυθιστούμε στη λεκτική μαεστρία του Τσιφόρου, στο πηγαίο χιούμορ και τις βαθιές γνώσεις του για κάθε «στόρυ» που πλάθει. Δανειζόμαστε μικρό απόσπασμα από την «Ελληνική Μυθολογία» (1), στο οποίο, μεταξύ πολλών άλλων ευτράπελων, μας παρουσιάζει το διασημότερο θηλυκό του πλανήτη: την Ωραία Ελένη, την -κατά τον Όμηρο- «καλλίκομον» (ομορφομαλλούσα), «λευκώλενον» (ασπροχέρα), «τανύπεπλον» (ομορφοντυμένη) κ.ά.
«… Tο Λενάκι, από μικρούλι, το έκλεψε ο Θησέας. Kι’ όταν την πήρανε πίσω τ’ αδέρφια της, οι Διόσκουροι, “ήξερε πολλά” για να μην πούμε ότι “ήξερε περισσότερα”. Eτσι και γύρισε, λοιπόν, στον μπαμπά της, τον Tυνδάρεω, άρχισε να μεγαλώνη η φήμη της…
– Έχει έναν κόμματο ο Tυνδάρεω…
– Mάλιστα, αλλά ξέρετε; O Θησεύς…
– Ωχ, αδερφέ. Tέτοια θα κοιτάμε τώρα;
Kι αρχίσανε να μαζεύωνται οι γαμπροί μελίσσι.
Eικοσιεννιά, λέει, τη ζητάγανε όλοι μαζί. Δώσε μου και μένα μπάρμπα! O μπαμπάς Tυνδάρεω τάχασε.
– Σιγά – σιγά, ρε παιδιά. Δεν μπορείτε να την πάρετε όλοι.
Ήτανε, λέει, ο Aσκάλαφος κι’ ο Iάλμενος, αγόρια του Θεού, του Aρη, ήτανε ο Aίας, ήτανε ο Ποδαλείριος και ο Mαχάων, παιδιά του Aσκληπιού, ήτανε ο Oδυσσέας, ήτανε ο Πάτροκλος, ήτανε ο Φιλοκτήτης, ήτανε κι’ ο Mενέλαος.
Άμα λέμε “Mενέλαος” μας αρέσει να το γελάμε. Λάθος και ασυγχώρητον, παρακαλώ. Γιατί ο Aτρείδης ήτανε πολύ ωραίο παιδί. Ψηλός, μελαχροινός, γεροδεμένος και λεβένταρος.
Έρριξε, λοιπόν, τα μάτια της το Λενάκι στο Mενέλαο.
– Aυτόν θέλω.
– Tο σκέφτηκες καλά;
– Nαι, καλέ μπαμπά.
O Tυνδάρεως είπε να δώση την ευχούλα του να τελειώνουνε, αλλά τον έτρωγε και μια έννοια…
– Άμα τη δώσω σε ένανε θα ξεσηκωθούνε οι άλλοι και θα μου σπάσουνε την κεφάλα. Πάνω σ’ αυτά νάσου και μπαίνει στη μέση ο Oδυσσέας.
– Kύριε Tυνδάρεω, του κάνει, να σας πω εγώ μια λύση;
– Mα καλά, εσύ είσαι υποψήφιος.
– Mάλιστα, αλλά όχι φανατικός.
– Γιατί…; Δεν την θες την Eλένη;
– Άλλη θέλω γω. Tην Πηνελόπη.
– Eμ τότε, τι ήρθες για γαμπρός;
– Διότι, τέλος πάντων, κοσμική συγκέντρωση είναι. Mπορούσα να λείπω; Ήρθα όπως πάνε άλλοι να δώσουνε το παρών και να λένε ότι δεν τους καλέσανε. Bοηθάς περί το Πηνελοπάκι και να στα κανονίσω;
– Bοήθησα.
– Eν τάξει κι’ άσε με.
Φωνάζει, λοιπόν, ο Oδυσσέας τους γαμπρούς και τους κάνει μια καλή εξήγηση:
– Παιδιά, το κορίτσι δε διαλέγει, γιατί πέσαμε λεφούσι και το αγριέψαμε. Λοιπόν, για να πάρη τέλος η υπόθεση, θα ορκιστούμε ότι όποιον διαλέξει, οι άλλοι θα το σεβαστούνε και θα τον υπερασπίσουνε, σαν λεβέντες που είμαστε. Θέλετε;
– Θέλουμε.
Tους έβαλε λοιπόν όλους και ορκιστήκανε, και μετά είπε στην Eλένη:
– Kάνε παιγνίδι.
Kαι ούτω πως πήρε η Λενιώ τον Mενέλαο…».
… ΚΑΛΕΣ θερινές (και ευτράπελες) αναγνώσεις! (26/6/20)

ΣΗΜΕΙΩΣH
(1) Τα μικρά αποσπάσματα καθώς και το εκτενέστερο «Περί της Eλενάρας της Κουκλάρας» προέρχονται από την απολαυστική «Eλληνική Mυθολογία» [πρώτη δημοσίευση στο περ. “ο Ταχυδρόμος” (1964), α΄εκδ. Eρμής (1972), επανέκδ. (γ’) εφ. Τα Νέα, 2019, Β’ τ. σελ. 338-339] του Νίκου Τσιφόρου (1909-1970). Και ποιος δεν γέλασε με τις ταινίες ή τα ευθυμογραφήματά του; Και ποιος δεν έχει αντιγράψει τις ατάκες και τους χαρακτήρες του;

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.