Μουσείο Τυπογραφείας

Εκκλησιαστική περιουσία

Οι συνέπειες της “προσυμφωνίας” Τσίπρα – Ιερωνύμου, που αποκτούν μορφή “διαζυγίου” Κράτους – Εκκλησίας, προκαλούν αναταραχές στο πολιτικό και θρησκευτικό περιβάλλον της Ελλάδος. Επικρατεί η άποψη ότι όποια κυβέρνηση οποιασδήποτε πολιτικής παράταξης τα ‘βαλε με την Eκκλησία, το μετάνοιωσε, γιατί βρέθηκε εκτεθιμένη. Το εκκλησιαστικό ζήτημα ανεβάζει και κατεβάζει υπουργούς, ακόμα και κυβερνήσεις.
Η “προσυμφωνία” χαρακτηρίζεται ως ένας “έντιμος συμβιβασμός”. Επειδή, όμως, συμβιβασμός δεν σημαίνει απαραίτητα “διαζύγιο”, ούτε “διαχωρισμός” ωραιοποιούν την υπόθεση, για να κατευνάσουν την αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας και όσων δηλώνουν άθεοι, αλλά επιμένουν στη θεωρία της θρησκευτικής φιλοσοφίας.
Η παραδοσιακή αριστερά ανέκαθεν επιζητούσε τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. Είναι κατανοητό, ότι άλλη δουλειά κάνει το κράτος, άλλη η Εκκλησία. Το κράτος έχει την έννοια της κοσμικότητος, που σχετίζεται με τη διαχείριση των επιγείων πραγμάτων, των εγκοσμίων, ενώ η Εκκλησία εκτελεί πνευματικό έργο, ουράνιο. Αν το κράτος οφείλει να δείχνει ανοχή προς διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, πρέπει να μετέχει σε συγκεκριμένη θρησκεία με διακριτικότητα.
Ερχεται, λοιπόν, η κυβέρνηση, “πρώτη φορά αριστερά”, πρεσβεύουσα την εφαρμογή διακριτών ρόλων Κράτους – Εκκλησίας, να καταργήσει τον ιστορικό εναγκαλισμό. Ο Ιερώνυμος από την επομένη, που έγινε προκαθήμενος της Ελλαδικής εκκλησίας, στόχευε την αξιοποίηση της περιουσίας της σε συνεργασία με την πολιτεία. Δεν άλλαξαν οι πάγιες θέσεις του, οι οποίες χρονολογούνται, αφ’ ότου ο Μακαριστός Σεραφείμ τον είχε τοποθετήσει (1986-1987) στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης για θέματα εκκλησιαστικής περιουσίας με τον Αντώνη Τρίτση. Τότε υπαναχώρησε η κυβέρνηση στις απαιτήσεις της Εκκλησίας με κόστος την απομάκρυνση του υπουργού, ο οποίος είχε ψηφίσει το νόμο 1700/87, τακτοποιώντας την υπόθεση προς όφελος του Δημοσίου. Ο νόμος κρίθηκε συνταγματικός απ’ το Στ.Ε. αλλά έμεινε στο συρτάρι ανενεργός.
Η Εκκλησία της Ελλάδος κρατικοποιήθηκε το 1945, όταν θεσπίστηκε, να γίνεται η μισθοδοσία του κλήρου απ’ τον Π/Υ με την παραχώρηση μέρους της Εκκλησιαστικής περιουσίας στο Δημόσιο. Οταν όμως η Εκκλησία έχει ένα πνευματικό και τελετουργικό προορισμό, αλλά τον καταστατικό της χάρτη τον καθορίζει το κράτος, τότε παίρνει το χαρακτήρα ενός δισυπόστατου μεγάλου οργανισμού.
Γι’ αυτό γίνονται οι συζητήσεις περί “έντιμου διαχωρισμού”.
Ολη η ιστορία γίνεται για να ωφεληθεί το κράτος από την περιουσία της Εκκλησίας, η οποία είναι ανυπολόγιστη μέχρι στιγμής και αναξιοποίητη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.