Μουσείο Τυπογραφείας

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Δύσκολα τα πράγματα για τον πρωτογενή τομέα

Διαπιστώσεις έρευνας της διαΝΕΟσις

χωραφιΔεν είναι αισιόδοξες οι ειδήσεις για τον πρωτογενή τομέα παραγωγής στην χώρα μας σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού έρευνας και ανάλυσης διαΝΕΟσις. Τα στοιχεία κάνουν λόγο για μικρή δυνατότητα ανταγωνιστικότητας συγκριτικά  με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο πρωτογενής τομέας στη χώρα μας αποδίδει σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά στρέμμα περίπου 60% λιγότερο από ό,τι για παράδειγμα ο αντίστοιχος τομέας στην Ιταλία.
Oι ερευνητές αναφέρουν χαρακτηριστικά πως ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για την επίτευξη οικονομιών κλίμακος, είναι η μαζική αύξηση του βαθμού συνεργασίας στο πλαίσιο του αγροδιατροφικού τομέα, σε όλα τα επίπεδα και με όλους τους τρόπους. Οριζόντια, μεταξύ των αγροτών (παραδοσιακοί συνεταιρισμοί, νέου τύπου, αγροτικές επιχειρήσεις κλπ.) ή/και μεταξύ των μεταποιητικών επιχειρήσεων (δίκτυα και clusters), κάθετα μεταξύ των αγροτών και των μεταποιητικών επιχειρήσεων (συμβολαιακή γεωργία, υβριδικά σχήματα συνεργασίας μεταξύ συνεταιρισμών και ιδιωτικών επιχειρήσεων), ή μεταξύ ολόκληρης της αλυσίδας αξίας και των ερευνητικών κέντρων».
Στην Ελλάδα οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις είναι πολύ μικρές. Ο μέσος κλήρος είναι μόλις 68 στρέμματα, σχεδόν το 1/3 από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (161 στρέμματα), ενώ περισσότερες από τις μισές εκμεταλλεύσεις έχουν μέγεθος μικρότερο από 20 στρέμματα. Τι δείχνει αυτό το στοιχείο; Ότι χρειάζεται να καταβληθούν τεράστιες προσπάθειες για να διαφοροποιηθούν τα στοιχεία και να μπορεί να μιλήσει κανείς για κάτι καλύτερο.
Μεγάλο πρόβλημα όμως είναι και τα αδήλωτα εισοδήματα των αγροτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του διαΝΕΟσις, την περίοδο 2004-2005 το ποσοστό του αδήλωτου εισοδήματος στον αγροτικό τομέα υπολογιζόταν στο 53%. Το σύνολο των δηλωθέντων αγροτικών εισοδημάτων για το 2017, μάλιστα, παρέμεινε πάρα πολύ χαμηλό: μόλις 1,39 δισ. ευρώ. Το 93,6% όσων δηλώνουν αγροτικά εισοδήματα δηλώνουν ετήσιο εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο. Μόνο 5.000 αγρότες στην Ελλάδα δηλώνουν ετήσια εισοδήματα από αγροτική δραστηριότητα άνω των 20.000 ευρώ.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η φοροδιαφυγή ζει και βασιλεύει ειδικά την μνημονιακή περίοδο όπου τα προβλήματα αυξήθηκαν αλματωδώς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε βέβαια και τα προηγούμενα χρόνια όπου τα αδήλωτα εισοδήματα είχαν σπάσει κάθε ρεκόρ.
Το μέγεθος στον αγροδιατροφικό τομέα είναι τόσο μικρό, αναφέρουν επίσης οι ερευνητές, ώστε να καθιστά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τη μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών μονάδων μη ανταγωνιστικές σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές και, γενικότερα, τα διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα του αγροδιατροφικού τομέα. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τους αγρότες, αλλά και τον κρίσιμο τομέα της μεταποίησης.
Το 95% των περίπου 17 χιλιάδων επιχειρήσεων στον τομέα των τροφίμων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα έχουν λιγότερους από 10 υπαλλήλους. Το 2015 στη χώρα μας, μόνο 27 επιχειρήσεις που μεταποιούν προϊόντα του πρωτογενούς τομέα είχαν πωλήσεις άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Ούτε μία – συμπεριλαμβανομένων και των θυγατρικών πολυεθνικών στην Ελλάδα – δεν είχε πωλήσεις άνω των €500 εκατ. Ο τζίρος λοιπόν είναι μικρός και η ανάπτυξη θα χρειαστεί υπέρβαση των επιχειρηματικών δραστηριότητων σε έναν ευαίσθητο τομέα όπως οι μεταποιητικές επιχειρήσεις.
Εξίσου σοβαρή όμως είναι και η κατάσταση με τους συνεταιρισμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία του διαΝΕΟσις, το 2000 στη χώρα μας υπήρχαν τυπικά σχεδόν 6.500 συνεταιρισμοί οι οποίοι είχαν σχεδόν 750.000 μέλη, αλλά απασχολούσαν λιγότερους από 10.000 εργαζόμενους. Η συντριπτική πλειοψηφία, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, ήταν πρακτικά ανενεργοί ή και εικονικοί. Όταν το 2011 άρχισε η σύνταξη του σχετικού Μητρώου (μια μνημονιακή υποχρέωση) και το υπουργείο Γεωργίας έστειλε ένα ερωτηματολόγιο στους ελληνικούς συνεταιρισμούς, αποδείχθηκε ότι λιγότερο από το ένα πέμπτο είχαν έστω και υποτυπώδη οικονομική παρουσία.
Οι περισσότεροι ελληνικοί συνεταιρισμοί, με την ως τώρα λειτουργία τους, απέτυχαν παταγωδώς στον σκοπό τους. Είναι χαρακτηριστικό ένα στατιστικό στοιχείο από το 1997: Τότε ο τζίρος ανά συνεταιρισμό στην Ισπανία ήταν 1,4 εκατομμύρια ECU. Στην Ολλανδία ήταν 165 εκατομμύρια ECU. Και στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα ήταν 100 χιλιάδες ECU ανά συνεταιρισμό.
Τι χρειάζεται λοιπόν; Μία διαφορετική στρατηγική στον αγροτικό τομέα και στον τομέα της μεταποίησης. Πάνω απ΄όλα όμως αλλαγή της νοοτροπίας περί αδήλωτων εισοδημάτων και μαύρου χρήματος. Οι εποχές βέβαια δεν βοηθούν καθόλου, καθώς οι πολιτικές λιτότητας και περικοπών διέλυσαν τον κοινωνικο-οικονομικό ιστό. Απομένει να δούμε ποια κυβέρνηση θα τολμήσει να πάρει μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής της τόνωσης του πρωτογενούς τομέα αλλά ταυτόχρονα  και του τερματισμού της φορολογικής επιβάρυνσης που έχει μετατρέψει τον καθένα σε παρανομούντα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.