Μουσείο Τυπογραφείας

Από τους θησαυρούς της θρησκευτικής μας παράδοσης

Αγαπητοί αναγνώστες
Καλή Ανάσταση!

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα! Για το ιερό περιεχόμενο της σημερινής πένθιμης, για την Χριστιανοσύνη, ημέρας, η Παράδοσή μας, αιώνων καταστάλαγμα, μας έχει προικίσει πλουσιότατα.
Μα θυμίζει και μας τονίζει, λοιπόν, πως:
Σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, οι καμπάνες των εκκλησιών, αλλά και των ξωκκλησιών, από την αυγή, ακούγονται πένθιμες. Αγόρια και κορίτσια ξεχύνονται λίαν πρωί στα χωράφια και στα πλάγια για να φέρουν τ’ αγριολούλουδα του Επιταφίου, που καθώς τους έχουν παραγγείλει οι μεγάλοι, δεν τα μυρίζονται, γιατί είναι για τον Τάφο, που λίγο αργότερα θα στολίζουν οι νέες του χωριού, με τέχνη και περισσή φροντίδα. Ολο το πρωινό, ωστόσο, οι μεγαλύτερες γυναίκες πηγαίνουν και θυμιάζουν τις εκκλησίες.
Πρώτα μάλιστα τις “Παναγίες”, ακόμη και των γύρω χωριών… Το βράδυ στη μέση της εκκλησίας ο Επιτάφιος ευωδιάζει. Στις τέσσερις γωνιές του, σοβαρές κοπέλες, Μαρίες στ’ όνομα, αν γίνεται μαυροντυμένες, σωστές Μυροφόρες, παραστέκουν με το καλαθάκι τους γεμάτο ροδοπέταλα κι άλλα λουλούδια, για τη στιγμή της τρίτης στάσης των Εγκωμίων: «Έρραναν τον Τάφον…». Ως χτυπήσει η καμπάνα βραδιάτικα, όλο το χωριό καταφτάνει στην εκκλησία. Ανάβει κερί και προσκυνά στον Επιτάφιο. Τα παιδιά περνούν κιόλας από κάτω του. Κι όταν αρχίσουν τα Εγκώμια, ο συναγωνισμός των καλλίφωνων δίνει και παίρνει. Οι προετοιμασίες των ήταν από μέρες, με την οδηγία ψαλτάδων και εφημερίου. Η ώρα της περιφοράς, φορτισμένη συγκινήσεις, είναι το ξόδι του Θεού. Ολοι κρατούν αναμμένο κερί και αμίλητοι προχωρούν. Εξω από τα σπίτια θυμιάζουν και ρίχνουν ανθόνερο στον Επιτάφιο, ενώ σταυροκοπιούνται…
Στα εκκλησάκια που είναι δεξιά κι αριστερά της διαδρομής σταματά η πομπή, ο παπάς μνημονεύει κι αργοψάλλοντας επιστρέφει η πομπή στην εκκλησία. Στην κεντρική είσοδο τώρα, νέοι κρατούν ψηλά τον Επιτάφιο για να περάσει ο κόσμος από κάτω και να εισέλθει για να τελειώσει η ακολουθία και να γίνουν οι αιτήσεις για τους πεθαμένους κάθε σπιτιού, π’ απόψε περιμένουν κι αυτών οι ψυχές των να τους θυμηθούμε, που ’ναι μεγάλη ώρα! Με την απόλυση οι Μυροφόρες παραμένουν στην Εκκλησία όλη τη νύχτα “γιατί είναι μιστό”. Σε κάποια χωριά οι Μυροφόρες, λένε “το μοιρολόι της Παναγίας” με τον αργόσυρτο πένθιμο σκοπό (μέλος) του κι ωστόσο η νύχτα περνά. Το μοιρολόι αυτό σε παραλλαγή που καταγράψαμε το 1956 στην Αγ. Ειρήνη Σελίνου έχει ως ακολούθως:
-«Κάτω στα Γεροσόλημα εις του Χριστού τον τάφο,
εκειά δεντρό δεν ήτανε και δέντρο φανερώθη.
Το δέντρο ήταν ο Χριστός και κλών’ οι γι’ Αποστόλοι
και τα παρακλωνάρια του ήταν οι μαρτυριές του,
που μαρτυρούν και λέγανε για του Χριστού τα πάθη.
– Δέσποινα, Παντοδέσποινα και του Χριστού Μητέρα,
που τον Υγιό Σου πιάσανε οι σκύλοι ’ν’ οι Ιουδαίοι
και μπέψα τον παράνομο, το σκύλο τον Οβραίο,
να πα να φέρει δυο καρφιά κι εκείνος φέρνει πέντε,
να βάλουν δυο στα πόδια του και δυο στα δυο του χέρια,
το πέμπτο το φαρμακερό να μπήξουν στην καρδιά του.
Κι η Δέσποινα ως τ’ άκουσε έπεσε λιγωμένη,
σταμνί νερό τση γύρανε κι ένα λαήνι μόσχο
και τέσσερα γαρέφαλα, ώστε να συνεφέρει.
Σαν επανασυνέφερε σηκώνεται να πάει.
Οσ’ αγαπάτε το Χριστό και του Χριστού τη μάνα,
σα θέλετ’ ακλουθήξετε τση πονεμένης μάνας.
Κιανείς δεν τσ’ ακολούθησε, όξω οι τρεις παρθένες,
η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα.
Και παίρνει τσι και πηαίνουνε εις του Ληστή τσι πόρτες,
θωρού τσι πόρτες σφαλιχτές και τα κλειδιά παρμένα
και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Θέτει τση πόρτας μια λαχτέ και πάει μέσα κι όξω,
θωρεί κουτσούς, θωρεί στραβούς, θωρεί βασανισμένους,
κιανέναν δεν εγνώρισε, παρά τον Αϊ Γιάννη.
– Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστή Κυρίου
πες μου ποιος είν’ ο γυιόκας μου κι εσέν’ ο Δάσκαλός Σου;
– Θωρείς εκείνον τον χλωμό, τον παραπονεμένο,
απού φορεί ποκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος είν’ ο γιόκας σου κι εμένα ο Δάσκαλός μου!
– Πού ’ναι γκρεμνός να γκρεμιστώ; πού ’ναι κορφή να πέσω;
Πού ’ναι μαχαίρι δίστομο να κακοθανατίσω;
– Μουδέ γρεμνός να γρεμιστείς, μουδέ κορφή να πέσεις,
μουδέ μαχαίρι δίστομο να κακοθανατίσεις,
γιατ’ ανέν – κάμεις τ’ άδικο, θα κάνουν κι οι μανάδες.
Μα πάρε το στρατί – στρατί και άμε στο κελί σου
και βάψε το μαντήλι σου και κόψε το μαλλί σου.
Βάλε κρασί εις το γυαλί, ψωμί εις το πανιέρι,
φώνιαξε τσι γειτόνισσες να σε περηγορήσου
και κράξε και τα ορφανά να φαν’ να μακαρίσου…
Απού τ’ ακούει σώνεται κι απού το πει σχωρνιέται
κι απού το καλαφρουγκαστεί, Παράδεισο θα λάβει…».
(Αποστολάκης, σ. 451-2), στον τόμο “Ριζίτικα”…
– Αλήθεια! πώς θρηνείται η ανθρώπινη υπόσταση του Υιού του Θεού και πόσο συμπαραστέκεται και συμπονάται η τραγική μητέρα του Χριστού, η Παναγία, η αιώνια εκπρόσωπος όλων των μητέρων της Γης καθώς περνά τις πιο κρίσιμες ώρες αγωνίας και πόνου, από την αρχική πληροφόρησή της για τη σύλληψη του Γιου της ως τον τελευταίο Του λόγο απάνω στον Σταυρό! (Δες κ. Λουκάτος: “Πασχαλινά”, σ. 80). Ο ποιητής – λαός μας, σ’ όλο το μεγαλείο του!
Κλείνοντας τη σημερινή μεγάλη μέρα θυμίζουμε κάποια ακόμη λαογραφικά της: Σήμερα, πολλοί μένουν νηστικοί όλη μέρα, ενώ άλλοι “βράζουν χοχλιούς” και μ’ ελιές και παξιμάδι περνούν τη μέρα τούτη τη νηστήσιμη. Κάποιοι δοκιμάζουν ξίδι, το θεωρούν καλό. Γενικά όλοι τηρούν τις λαϊκές απαγορεύσεις: Σήμερα δεν σφυρίζουμε χαρούμενα, δεν τραγουδούμε, δεν καρφώνουμε καρφιά, δεν ράβουμε!..
***
Για την αυριανή, επίσης Μεγάλη μέρα του Μεγάλου Σαββάτου δυο λόγια, τα θεωρούμε απαραίτητα:
– Το Μέγα Σάββατο οι ετοιμασίες για την αυριανή μέρα, ολοκληρώνονται. Τ’ αρνιά σφάζονται, όλα είναι έτοιμα για το πασχαλινό τραπέζι. Τα λαμπριάτικα ρούχα στις κρεμάστρες τους περιμένουν. Όμως, οι ώρες της μέρας δε λένε να περάσουν καθώς το λέει κι ο λόγος: «Ανάθεμα που νήστεψε του χρόνου τα Σαββάτα,/ χωρίς το Μέγα Σάββατο, που ’ναι μεγάλη μέρα,/ απού ’χει πέντε κολατσιά και πέντε μεσημέρια,/ και πέντε αποτσακίσματα, ώστε να κλείσει η μέρα!».
Στη λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου και στο “Ανάστα ο Θεός” ξεστολίζεται ο Επιτάφιος με βία (από μέρους του εκκλησιάσματος) σε πολλά μέρη, βία που παρατηρείται και στους καθολικούς της Ευρώπης και που δικαιολογείται ως συμβολισμός της αναταραχής που έγινε στον Αδη αυτή την ώρα. Σήμερα, στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου (λειτουργία Μεγ. Βασιλείου όπως και τη Μ. Πέμπτη), θα κοινωνήσει το περισσότερο χωριό καθώς και η πόλη, όσοι δηλαδή δεν μεταλάβανε τη Μεγάλη Πέμπτη ή περιμένουν -οι πιο λίγοι- στην πρώτη Ανάσταση.
Ενα ζηλευτό χριστιανικό τελούμενο κατά τη λειτουργία αυτή -στο χωριό μου- μου μένει αλησμόνητο: Κατά την ώρα του Κοινωνικού, ένας – ένας οι χωριανοί (πρώτα οι γέροντες) πριν μάλιστα κοινωνήσουν, προσκυνούσαν τις εικόνες με ευλάβεια και στρεφόμενοι προς το εκκλησίασμα ζητούσαν απ’ όλους συγχώρεση, με τη φράση: «Συγχωρέσετε μου, χωριανοί, του αμαρτωλού!» κι εκείνοι απαντούσαν: «Συγχωρεμένος! – Ο Θεός άγιος!». Ενέργεια που γινόταν συνειδητά. Σήμερα τη συνεχίζουν λιγότεροι.
Μετά τη θεία μετάληψη και την απόλυση, φεύγουν για τα σπίτια τους, που τους περιμένουν οι πολλές τελευταίες προετοιμασίες, κρατώντας αντίδωρο και λουλούδια του Επιταφίου. Τα λουλούδια αυτά (του Επιταφίου) τα παίρνουν οι πιστοί στο σπίτι τους και τα φυλάσσουν στα εικονίσματα. Απ’ αυτά καίνε λιβανίζοντας “ματιασμένους” ή αρρώστους για να γίνουν καλά.
Με το “Ανάστα ο Θεός”, αλλά και τις πολλές προφητείες, τον Υμνο των Τριών Παίδων και τη λοιπή ακολουθία, αφαιρούνταν και το πένθος (=τα μαύρα) από το τέμπλο, τις εικόνες, και απ’ όπου αλλού είχαν τοποθετηθεί. Η εκκλησία ξανάβρισκε τη γνώριμη εικόνα της. Από τ’ απόγευμα του Μ. Σαββάτου το στόλισμά της γίνεται πασχαλινό. Η νηστεία σήμερα τηρείται απ’ όλους, παρά τις ετοιμασίες και τις μυρωδιές της κουζίνας που ξελογιάζουν.
Ωρες χαρούμενης αναμονής, που τις πιστοποιεί και η ανάλογη φράση του λαού μας: “Μεγάλο Σάββατο, χαρές γεμάτο!”. Ενώ πλησιάζουμε στο τέλος της Μεγαλοβδομάδας, οφείλουμε να σημειώσουμε τη γενική διαπίστωση πως ο εκκλησιαστικός λόγος, που με τη δύναμη που είχε και έχει ο λαός μας αφομοίωνε παρακολουθώντας τις ακολουθίες με κατάνυξη και “φόβο Θεού”, ζυμώνονταν με τον λόγο του κι έδενε στερεότερα την Ορθοδοξία μας στην ψυχή του, στην έκφρασή του, στη γλωσσική του υπόσταση. Ετσι έκανε λαϊκή παροιμιώδη φράση, τον εκκλησιαστικό λόγο, π.χ. είπε και λέει: «θα σε πάω στο Πραιτώριο» κι εννοεί θα σε καταγγείλλω, θα σε μηνύσω (Ιωάννου ΙΘ. 9).
«Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», εννοώντας: Ευχή μου να γλυτώσω απ’ αυτή τη δοκιμασία.
«Μάχαιραν έδωκες, μάχαιραν θα λάβεις» με την έννοια της ανάλογης ανταπόδοσης (Ματθ. ΚΣΤ. 52).
«Τριάκοντα αργύρια» – Ετσι λέμε λεπτά που πήραμε μ’ αθέμιτο τρόπο (Ματθ. ΚΖ. 8).
«Μνήσθητί μου Κύριε» – Φράση με ποικίλες χρήσεις, στον τόπο μας. Σε δυσκολία, σε προβληματική θέση πριν από τη θεία μετάληψη, σε ισχυρές βροντές, κεραυνούς, κακοκαιρία κ.λπ. (Λουκά ΚΓ 42).
Ολα τούτα τα στοιχεία μάς οδηγούν, θαρρώ, να σκεφτούμε για άλλη μια φορά, πόσο σ’ αλλοτινούς χρόνους ο εκκλησιαστικός λόγος ζυμωνόταν με το λοιπό του λαού μας γλωσσικό πλούτο κι έδενε έτσι στερεότερα με την Ορθοδοξία μας. Και να συγκρίνουμε ακόμη, ως πόσο σήμερα γίνεται και ποια είναι η εξέλιξη, που δείχνουν τα πράγματα, πως ακολουθεί.
Η απόσταση θα φέρει τη φοβερά επιζήμια αποξένωση του ανθρώπου από την Ορθόδοξη λατρεία του, φοβούμαι! Καιρός να συνέλθουμε…
***
Για την Κυριακή του Πάσχα όσα και να καταχωρήσουμε στη στήλη μας, πάλι λίγα, ασήμαντα θα ’ναι… Ολοι μας το γνωρίζουμε το κατέχουμε, το πιστεύομε πως είναι η σπουδαιότερη μέρα του χρόνου. Ευχή της στήλης μας στους αναγνώστες της Να χαρούμε το χαρμόσυνο της Αναστάσεως γεγονός και να ζούμε συνειδητά τα μηνύματά της.
Λαμπρή: Ονομα που μας χάρισεν η εκκλησιαστική μας γλώσσα. Κι έτσι λέμε Λαμπριάζω:  Κάνω Πάσχα, ενώ τον Εσπερινό της Αγάπης τον λέμε Διπλανάσταση.
Τον ερχομό της Λαμπρής τον αναγγέλλουν, πάντοτε, οι χαρούμενες καμπάνες των εκκλησιών. Ο καμπανιτζής, δηλ. αυτός που έχει οριστεί για να χτυπήσει σήμερα τις καμπάνες χαρμόσυνα, λαμπριάτικα, αρχίζει από τις έντεκα το βράδυ.
Και το χωριό φτάνει σιγά-σιγά. Από τον εφημέριο έχει δοθεί η εντολή στους επιτρόπους να ειδοποιήσουν τους καθυστερημένους γιατί οι γεροντότεροι το παραγγέλνουν: “Μη σε πάρει ο ύπνος και δεν πάεις στη Νυχταντάσταση, γιατί είναι μεγάλη ατσιποδιά (ατυχία, κακός οιωνός), όσο κακοσημαδιά θεωρούν και το να σε κάψει άλλος με τη λαμπάδα του και στην Ανάσταση, μικροί μεγάλοι, όλοι κρατούν λαμπάδες.
Κατάμεστη λοιπόν και λαμπροφορούσα η εκκλησία του χωριού. Από νωρίς στο Ιερό, το δοχείο με τ’ ανθόνερο έτοιμο. Ετοιμα και τα τρικέρια για το “Δεύτε λάβετε φως!…”
Σβήνουν τα φώτα της Εκκλησίας και με το «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν, τον αναστάντα εκ νεκρών» που εκφωνεί μελωδικά ο ιερέας από την Ωραία Πύλη, ενώ σιγοεξέρχεται του ναού, για τη λιτανεία, ορμούν όλοι ν’ ανάψουν τη λαμπάδα απ’ το τρικέρι του.
Μετά την περιφορά, σταματούν έξω για την πρώτη Ανάσταση. Κι ως ακουστεί -μετά το Ευαγγέλιο (Μάρκου ΙΣΤ 1-8) το “Χριστός Ανέστη”, ο οφανός λαμπαδιάζει, ο Ιούδας καίγεται και τα βεγγαλικά και οι κρότοι δίνουν και παίρνουν.
“Γυρίστηκε, λοιπόν, η Ανάσταση”. Ολο το εκκλησίασμα έξω. Και η κεντρική είσοδος της εκκλησίας κατάκλειστη, με μόνο τον ορισμένο επίτροπο, που έχει δυνατή φωνή από μέσα. Ο ιερέας κρατώντας το Ευαγγέλιο και μ’ ένα κομμάτι κεραμίδι σταυρώνει την κλειστή είσοδο και τη χτυπά δυνατά. Ενας συγκλονιστικός διάλογος που ακολουθεί, δίνει στο εκκλησίασμα “την αμεσότητα της αναπαράστασης της πάλης των σκοτεινών δυνάμεων του Αδη με τον Χριστό, τον Νικητή του Θανάτου”. Ας τον παρακολουθήσουμε:
Ιερέας:  Αρατε πύλας οι άρχοντες και επήρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης”
Επίτροπος: (Παριστάνει τον Αδη από μέσα) “Τις εστί ο βασιλεύς της Δόξης…”
Ιερέας: Αρατε πύλας οι άρχοντες και επήρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης”
Επίτροπος: (Παριστάνει τον Αδη από μέσα) “Τις εστί ο βασιλεύς της Δόξης…”
Ιερέας: “Κύριος κραταιός και δυνατός! Κύριος δυνατός εν πολέμω. Αυτός εστίν ο Βασιλεύς της Δόξης”!, λέει και σπρώχνει με βία την είσοδο, η οποία υποχωρεί, γιατί νικήθηκεν ο Αδης, ενώ χαρούμενο το εκκλησίασμα εισέρχεται στην εκκλησία για την αναστάσιμη θεία λειτουργία.
Στο τέλος της όλοι θα πάρουν Αγιο Φως και θα γυρίσουν στα σπίτια των για το “Χριστός Ανέστη”, “Αληθώς Ανέστη”χαιρετισμό που διατηρούν ιδιαίτερα προσεκτικά ως την Πέμπτη της Αναλήψεως. Μπαίνοντας στο νοικοκυριό τους σταυρώνουν τ’ ανώφυλλο της εξώθυρας με την κάπνα της αναμένης λαμπάδας, μεταφέρουν τ’ Αγιο Φως στο καντήλι τους, φιλιούνται εύχοναι και καθίζουν στο πρώτο πασχαλινό τραπέζι, αρχίζοντας με αυγοτσουγκρίσματα και καλιτσούνια με μυρωδάτη φρέσκια μυζήθρα…
Μέσα στη χαρά και τις ευχές στις προπόσεις των, δεν ξεχνούν και τις απαραίτητες… ωμοπλατοσκοπίες. Ευτυχώς, τελευταία όποιος ετοιμάζει το κρέας, δεν ξεχνά να ρίξει δυο -τρεις “μπαλταδιές” και “στσι κουτάλες” κι έτσι οι ωμοπλατοσκοπίες πάνε… περίπατο, γιατί κάποτε χαλούν το κέφι του λαμπριάτικου τραπεζιού!
Κι είναι πραγματικά το οικογενειακό λαμπριάτικο τραπέζι ευλογία Θεού. Μ’ όλα τα καλά, πλουσιοπάροχα στρωμένα πάνω του. Με τα παιδιά που έχουν έλθει απ’ τις σπουδές των, απ’ το στρατό, απ’ τα ξένα.
Με δικούς και ξένους που βρέθηκαν χρονιάρα μέρα στο νοικοκυριό μας το ευλογημένο. Το λαμπριάτικο τραπέζι κι “ο σπιρτάδος μαρουβάς” ανοίγουν την όρεξη και για γλέντι, και δεν το ’χει πολύ ο γεροπαππούς “ο λάλος” της Κρήτης ν’ αρχίξει το ριζίτικο:
«Τούτες οι μέρες το’ χουνε, τούτε οι γι εβδομάδες/ κι απου’ χει φίλο τον καλεί, δικό τον περιμαζώνει/ και γράφει κι εις τ’ απόγραμμα δυο λόγια και του λέει…» κι ύστερα να πάρει τη μαντινάδα πρώτος ο ερωντοχτυπημένος νιος της συντροφιάς, για να τραγουδήξει σε χαρούμενο “λαμπριάτικο” σκοπό τις μαντινάδες των πόθων και των καημών του:
«Σαν το κεράκι της Λαμπρής, που καίγεται και λιώνει/
ετσά με κάψανε κι εμέ οι γι εδικοί σου πόνοι!…».
Και το απόγευμα η ακολουθία της Διπλανάστασης και το κάψιμο πάλι, του οφανού με τον Ιούδα. Οι αναστάσιμοι χαιρετισμοί της Εκκλησίας μας, οι εγκάρδιες ευχές όλων είναι όντως, ευφρόσυνες!
Ας ευχηθούμε να τις ζήσουμε με υγεία όλοι μας!
Και πάλι Καλή Ανάσταση και Χρόνια Πολλά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.