Μουσείο Τυπογραφείας

Αντώνης Παπαμαρκάκης ή Τσεσμές

Ο τελευταίος των μεγάλων της κρητικής μουσικής

Ξεχασμένος και μάλλον άγνωστος στο ευρύ κοινό, έφυγε από τη ζωή, τον περασμένο Απρίλιο στην Αθήνα στα 101 του χρόνια, ο σαντουριέρης Αντώνης Παπαμαρκάκης ή Τσεσμές μια σημαντική μορφή της κρητικής μουσικής του Μεσοπολέμου. Ήταν θείος μου από την σύζυγό του Ελευθερία Παπαμαρκάκη το γένος Πιτσιτάκη αδελφή του πατέρα μου.
O Αντώνης Παπαμαρκάκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1917. Η καταγωγή της οικογένειας του ήταν από τα Χανιά (Σέλινο) αφού ο παππούς του είχε μεταναστεύσει στη Μικρά Ασία περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο πατέρας του Γιάννης Παπαμαρκάκης ή Τσεσμές (1885-1976) ήλθε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία κατά τον διωγμό των Τούρκων το 1914. Το παρατσούκλι του το πήρε από τον τόπο μετανάστευσής του τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας και τον συνόδευε πάντα, αυτόν όπως και το γιό του, Αντώνη. Γνώριζε την τέχνη του ράφτη κι έτσι άνοιξε ραφτάδικο στα Σχοινοπλοκάδικα, στη Σπλάντζια (στη σημερινή Χατζημιχάλη Νταλιάνη δίπλα στο τζαμί). Όλοι στην οικογένεια ήταν μουσικοί. Έπαιζε με το βιολί μόνο μικρασιάτικους σκοπούς. Πολλές φορές έπαιζε μαζί με τον Νικόλαο Κατσουλάκη ή Κουφιανό σε γάμους και πανηγύρια, αυτός τα μικρασιάτικα και ο Κουφιανός τα κρητικά, αλλά και με άλλους μουσικούς όπως ο Βασίλης Παπαδάκης ή Κοπανίδης (ο πατέρας του Ναύτη) και ο οργανοποιός και λαγουτιέρης Μανώλης Φραγκέδης.
Ο Αντώνης Παπαμαρκάκης, μεγάλωσε στο πάνω Κουμ Καπί. Έμαθε σαντούρι μικρός, δίπλα στον σπουδαίο σαντουριέρη Λουκά Μπέρτο αφού το ραφείο του πατέρα του στα Σχοινοπλοκάδικα, ήταν κολλητά με το οργανοποιείο του Μπέρτου. Από το 1932 σε ηλικία 15 χρονών, ξεκίνησε η συνεργασία του με τον κορυφαίο λυράρη Κουφιανό με τον οποίο ήταν ζυγιά μέχρι τον πόλεμο.
Σε συνέντευξή του σε μένα, ο Τσεσμές θυμάται: «Προπολεμικά παίζαμε στο Σαντριβάνι. Δε χορεύανε εκεί. Ο κόσμος καθότανε, παίζαμε εμείς  και τον διασκεδάζαμε. Εκεί ο κόσμος έτρωγε, έπινε και πήγαινε πάνω κάτω βόλτες. Τι γινότανε παλιά στου Μπόλαρη; Ακριβώς ένα τέτοιο γινότανε. Σαββάτο πάντοτε, πήγαινε μέχρι πέρα το Φιρκά και γύριζε ο κόσμος και κατέβαινε μέχρι την πλατέα το Σαντριβάνι. Τότε παίζαμε με τον Κουφιανό, λύρα και σαντούρι. Στα χωριά έπαιξα και με το Χάρχαλη, το Μαριάνο και με τον Κουτσουρέλη που έπαιζε το λαγούτο, πάρα  πολλές φορές. Τα γλέντια προπολεμικά ήτανε: Επηγαίναμε απ΄ το Σάββατο το μεσημέρι και παίζαμε μέχρι το Σάββατο το βράδυ, μέχρι τις 1 ή 2. Μετά σταμάταγε το γλέντι, επηγαίναμε και κοιμόμαστε και σηκωνόμαστε την Κυριακή. Ετρώγαμε το πρωινό, τα κοκόρια μας, τη σουπίτσα μας και μετά κατά το μεσημέρι αρχίζαμε το πανηγύρι μέχρι τη Δευτέρα το πρωί. Αυτά ήτανε τα γλέντια τα παλιά, όχι όπως τώρα. Άλλοι κοιμότανε κι άλλοι χορεύανε. Μετά φεύγανε αυτοί που χορεύανε κι ερχότανε οι άλλοι που ξυπνάγανε. Ωραία χρόνια ! Σου λέω τώρα για του 1934-35, εκεί. Δύο μέρες κρατάγανε τα γλέντια τότε. Εκεί όλη μέρα μάσα και χορό. Αντέχαμε, τι να κάνουμε… Παντού παίζαμε, Πλατανιά, Αγιά Μαρίνα, Βουκολιές, Καστέλι, σε όλα τα χωριά. Σπάνια στον Αποκόρωνα, όλο Κίσαμος. Στα Χανιά  δε γινότανε τέτοια γλέντια, εγινότανε αριστοκρατικά. Πηγαίναμε την Κυριακή το απόγεμα, μόλις τέλειωνε ο γάμος και καθόμαστε μέχρι το πρωί και φεύγαμε».
Ο αείμνηστος, εξαίρετος οργανοποιός Γιώργος Φραγκιαδάκης σε συνέντευξή του το 2009, μιλώντας για τη δεκαετία του 1930, τόνιζε: «Στα Στιβανάδικα ήτανε ένα μαγαζί και έπαιζε κάθε βράδυ ο πατέρας μου Μανώλης, με το Γαλάνη τον Κωστή, ήτανε κι ένα άλλο στο λιμάνι κάτω κι έπαιζε ο Κουφιανός με τον Αντώνη (Παπαμαρκάκη) σαντούρι».
Ο Τσεσμές, ηχογράφησε με τον Κουφιανό 6 δίσκους 78 στροφών, με 12 κομμάτια, στην εταιρεία Columbia το 1934. Για την ηχογράφηση λέει: «Όταν ήρθαμε (στην Αθήνα) και βγάλαμε δίσκους στην Κολούμπια, τότε επήραμε κι ένα λαούτο. Το Μαυροδημήτρη. Επήγαμε τρεις». Σε αρκετές από τις ηχογραφήσεις ο Αντώνης Τσεσμές τραγουδάει μαζί με τον Κουφιανό. Το μεγαλύτερο μέρος από τις ηχογραφήσεις αυτές υπάρχουν στην μνημειώδη έκδοση για την Κρητική μουσική, στο βιβλίο ντοκουμέντο  που πρόσφατα κυκλοφόρησε με τίτλο, «Μίλιε μου Κρήτη απ’ τα παλιά – Ιστορικές  Ηχογραφήσεις 1907-1955» και περιέχει 8 CD με 186 ηχογραφήσεις (η μεγαλύτερη συλλογή σε αριθμό τραγουδιών κρητικής μουσικής η οποία έχει ποτέ πραγματοποιηθεί) με 175 τραγούδια και σκοπούς από τα οποία το 92% επανεκδίδεται για πρώτη φορά, τις βιογραφίες των μεγάλων της κρητικής μουσικής και σπάνιο φωτογραφικό υλικό.
Ο Αντώνης Τσεσμές μετά τον πόλεμο έπαιξε για κάποια χρόνια στην ταβέρνα του Λαμπαθέ, στου Μπόλαρη στα Χανιά, σε λαϊκό ρεπερτόριο της εποχής, με τον Αντώνη Κατινάρη, το Νίκο Σαρρημανώλη, τον Κώστα Παπαδάκη ή Ναύτη κ.ά.
Χαρακτηριστική είναι η διήγησή του: «Επαίζαμε στου Λαμπαθέ, στου Μπόλαρη μετά την κατοχή. Έπαιζα εγώ, ο Σαρρημανώλης και ο Κατινάρης. Ήτανε κάθε βράδυ φίσκα το μαγαζί. Επαίζαμε τραγούδια του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, όλο ρεμπέτικα, σπάνια να μας ζητήσουνε και κανένα κρητικό. Και καμμιά φορά σηκωνότανε και χόρευε και κανένας. Έπινε κανένα κρασάκι, ερχότανε στα κέφια, σου λέει ας κάνω και μια βολτίτσα. Εκεί ήταν μόνο ν’ ακούνε, τραγούδια και τέτοια. Τα παίζαμε όλα πρακτικά, δεν ξέραμε νότες εμείς. Επαίρναμε την πλάκα, την  ακούαμε δυο τρείς φορές και τη μαθαίναμε στα πρακτικά, όλα με το αυτί. Είχαμε κάνει ένα πάλκο και παίζαμε κάθε καλοκαίρι. Ήτανε ωραία. Εκεί παλιά στου Μπόλαρη γινότανε το νυφοπάζαρο. Σε άλλο μαγαζί δεν έπαιξα».
Το 1948 παντρεύτηκε τη Νεοχωρίτισσα σύζυγό του, έχοντας κατά κάποιο τρόπο «επηρεαστεί» (!) από τον «Νεοχωρίτικο συρτό» που ηχογράφησε το 1932 ο Κουφιανός και που στην πρώτη στροφή, λέει:
(Άχι μελαχρινό) Της Νέας Χώρας το νερό, λένε πως βγάζει αβδέλες μα κείνο το μαργιόλικο, έχει όμορφες κοπέλες.
Το 1950 μετακόμισε στην Αθήνα. Ήδη το σαντούρι
-όπως ο ίδιος αναφέρει- δεν είχε ζήτηση και δεν έβρισκε δουλειά ως μουσικός, οπότε άλλαξε επάγγελμα. Το σαντούρι του, το παρέδωσε στον Μπέρτο που κι αυτός είχε επανέλθει στην Αθήνα. Η κρητική μουσική έχασε πολύ νέο, έναν ταλαντούχο μουσικό που ίσως θα είχε να δώσει με το σαντούρι του, αρκετά ακόμη.
Τώρα που θα πάει στους μουσικούς ουρανούς, θα βρει τους παλιούς καλούς φίλους του, τον Κουφιανό, το Χάρχαλη, το Μαριάνο, τον Κουτσουρέλη, τον Φραγκέδη κι άλλους και το γλέντι που θ’ ανάψει δε θάχει τελειωμό και θα τσι κουζουλάνει ούλους! Καλό ταξίδι αγαπημένε μου θείε!
Σημείωση: Για τη ζωή και το έργο του Αντώνη Παπαμαρκάκη ή Τσεσμέ, υπάρχουν πιο αναλυτικές αναφορές από τον γράφοντα και τον φίλο, μουσικό – ερευνητή Γιώργο Βαβουλέ στα βιβλία «Η αλίβρεκτος Νέα Χώρα» έκδ. Δήμος Χανίων και «Μίλιε μου Κρήτη απ’ τα παλιά – Ιστορικές  Ηχογραφήσεις 1907-1955» έκδ Orpheum Phonograph.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.