Μουσείο Τυπογραφείας

ΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ

Αναζητώντας το διαφορετικό!

Mπορεί να είναι μικρά ή και μεγαλύτερα, πράγματα της καθημερινότητας,  συνηθισμένα αλλά και ασυνήθιστα, σχετικής  αξίας, ιδιαίτερης χρησιμότητας, σχεδόν πάντα όμως μεγάλης συναισθηματικής σημασίας για τους συλλέκτες τους. Αναζητήσαμε Χανιώτες με πάθος τη συλλογή όχι και τόσων συνηθισμένων αντικειμένων κάθε είδους και ανεξάρτητα την οικονομική τους αξία. Από αθλητικές φανέλες, παλιά ραδιόφωνα, τσαγιέρες και μπάρμπι, φλυτζάνες και βεντάλιες. Γιατί το μεράκι δεν έχει όρια…


Φανέλες από την… άκρη του κόσμου
Αθλητικές φανέλες από την πιο γνωστή μέχρι την πιο απίθανη ομάδα, κυρίως ποδοσφαίρου ή μπάσκετ αλλά ακόμα και… χόκει μαζεύει εδώ και μια 20ετία ο Χανιώτης δημοσιογράφος Παντελής Γιαΐτσης. Γνωστός για τα “πράσινα” αισθήματά του ξεκίνησε να συγκεντρώνει φανέλες του Παναθηναϊκού «από το 1995-1996 όταν φτάσαμε στους 4 του Champions League και αποκλειστήκαμε από τον Αγιαξ. Αρχικά του Παναθηναϊκού αλλά μετά γενικότερα όποια ομάδα έβρισκα» μας λέει καθώς μας ξεναγεί στο σπίτι του.
Φανέλες σχεδόν από κάθε γωνιά του κόσμου από τη Χέλσινμποργκ της Σουηδίας σε αυτή του ΑΠΟΕΛ, και από της Ειμπάρ στην Ισπανία στη σπάνια φανέλα με το μαύρο περίγραμμα που φόρεσαν οι Boston Celtics! Της Παρτιζάν και του Ερυθρού Αστέρα, της Γαλατά Σαράι, της Ρόζενμποργκ, της Μίλαν αλλά και της Ουντινέζε αλλά και πολλών ελληνικών ομάδων, ανάμεσα τους και της Α.Ε. Μεσολογγίου, τον άλλο τόπο καταγωγής του Παντελή!
«Κάθε φορά που κάποιος φίλος πάει στο εξωτερικό του ζητάω να μου φέρει κάτι σχετικό. Π.χ. τη φανέλα της Ειμπάρ μου την έφερε ο κουμπάρος μου από την Ισπανία. Φυσικά και εγώ κάθε φορά που θα βρεθώ εκτός Ελλάδας θα αναζητήσω φανέλα αθλητική ομάδας από την πόλη που θα πάω. Στο τελευταίο μου ταξίδι στη Στοκχόλμη για την τουριστική έκθεση, πήρα την μπλούζα της Εθνικής Σουηδίας στο χόκει στον πάγο» μας λέει καθώς μας δείχνει την… ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα φανέλα.
Ιδιαίτερη αξία στη συλλογή του συναδέλφου έχουν οι μπλούζες από χώρες εκτός Ευρώπης. «Παιδιά από το Στέκι Μεταναστών μου έχουν δώσει κάτι τρελές φανέλες από Αίγυπτο, Μπαχρέιν, Καμερούν, Μαρόκο. Μου τις ζητάει ο Ν. Φλέκας από το Μουσείο της Εθνικής Ομάδας, αλλά δεν πρόκειται να γίνω μεγάλος ευεργέτης παρά… μόνο μετά τον θάνατό μου (γέλιο.)».
Στα ξεχωριστά αποκτήματα του Παντελή η συλλεκτική φανέλα που έβγαλε ο Παναθηναϊκός για την επέτειο του Γούεμπλεϊ. «Πρέπει να είχε βγει σε 200 κομμάτια και πλέον δεν πουλιέται. Εννοείται φυσικά ότι δεν τη φοράω» μας λέει καθώς την ξεδιπλώνει ευλαβικά από το κουτί στο οποίο φυλάσσεται. Ιδιαίτερη αξία έχει επίσης και η φανέλα του Διαμαντίδη που φόρεσε στην τελευταία σεζόν του πριν αποσυρθεί, όπως επίσης και της άλλης μεγάλης αγάπης του συνομιλητή μας της Φιορεντίνα, της οποίας έχει 7 διαφορετικές φανέλες!
Την αγάπη του αυτή την έχει περάσει και στον γιο του που διαθέτει επίσης πάρα πολλές. «Είχε ακούσει κάποια πράγματα ο μικρός όταν “τόλμησε” να φορέσει μια φανέλα της Γαλατά Σαράι αλλά δεν είναι τίποτα άλλο από ποδόσφαιρο, γιατί ορισμένοι το βλέπουν κάπως διαφορετικά. Δεν είναι τίποτα παραπάνω από ποδόσφαιρο και όταν το καταλάβουν ας το ξανασυζητήσουμε» αναφέρει ο Παντέλης.
Στα αποκτήματα του κασκόλ και καπέλα, ανάμεσα τους και τα αναμνηστικά καπέλα από τα 3 final four στο μπάσκετ (2011, 2012, 2013) τα οποία κάλυψε δημοσιογραφικά με τον Β. Φουντουλάκη και στα οποία οι ελληνικές ομάδες κατέκτησαν ισάριθμους τίτλους.
Τις φανέλες τις επιλέγει κυρίως για λόγους αισθητικούς όπως μας εξηγεί, ενώ σε ό,τι αφορά τις τιμές τους η αλήθεια είναι ότι είναι τσουχτερές αφού μια αυθεντική μπορεί να ξεκινάει από τα 40 ευρώ και να ξεπερνάει και τα 150 ευρώ!
Τι λύπει από τη συλλογή του; «Μία της Ρίβερ Πλέιτ που θα ’θελα να αποκτήσω πολύ. Έχω βέβαια της Μπόκα Τζούνιορς παρά τις προσπάθειες του συναδέλφου Κ. Νίτσε να μου την… απαλλοτριώσει!(γέλια). Επίσης δεν έχω φανέλα του Ολυμπιακού. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να αποκτήσω, αλλά τυχαίως… δεν έχω» καταλήγει.

aDSC_0241Πάθος για τα παλιά ραδιόφωνα

Ανθρωπος του ραδιοφώνου από μικρό παιδί. Φανατικός ακροατής και παραγωγός σε αυτοσχέδιους σταθμούς που δημιούργησε ο ίδιος θέλοντας να ικανοποιήσει την παιδική του περιέργεια. Μια περιέργεια που αργότερα θα τον οδηγήσει να σπουδάσει ραδιοηλεκτρολόγος. Μεγαλώνοντας το πάθος του για τα ραδιοκύματα θα βρει νέες μορφές έκφρασης. Είτε κρατώντας το “τιμόνι” ενός από τους δημοφιλείς ραδιοφωνικούς σταθμούς της πόλης είτε ως συλλέκτης σπάνιων παλιών ραδιοφώνων.
Παλιά ραδιόφωνα ορισμένα από τα οποία χρονολογούνται ακόμα και πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Η συλλογή περιλαμβάνει πάνω από 25 κομμάτια. Θα ήταν βέβαια πάρα πολύ μεγάλη αν σήμερα είχα περισσότερο χώρο κι αν δεν μου είχαν καεί κάποια κομμάτια όταν πριν 30 χρόνια ξέσπασε μια πυρκαγιά σε μια αποθήκη που διατηρούσα», εξηγεί ο κ. Παπαδουλάκης ενώ μας δείχνει μερικά παλιά ραδιόφωνα της Grundig, της Philips, της Brown κι άλλων εταιρειών που έγραψαν μεγάλη ιστορία ως κατασκευαστές ραδιοφώνων.
Ο ίδιος ξεκίνησε να συλλέγει παλιά ραδιόφωνα από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80. «Πάντα μου άρεσαν τα πράγματα που έχουν σχέση με το παρελθόν. Επειδή παρακολουθούσα την τεχνολογική εξέλιξη πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε την πορεία που ακολουθεί. Άλλωστε μαθαίνεις τη νέα τεχνολογία γνωρίζοντας την παλιά», τονίζει.
Μέσα σε αυτά τα χρόνια κάθε ταξίδι στην Αθήνα συνδυαζόταν με μια βόλτα στο Μοναστηράκι για αναζήτηση παλιών αντικειμένων ραδιοφώνων, φωτογραφικών μηχανών κ.ά. Πίσω, ωστόσο, από το πάθος για τη συγκέντρωση συλλεκτικών ραδιοφώνων κρυβόταν, μεταξύ άλλων, ισχυρές αναμνήσεις: «Το πάθος μου αυτό έχει κι ένα συμβολικό χαρακτήρα. Γιατί το ραδιόφωνο -όπως και ο Τύπος- ήταν ταυτισμένο με την επικοινωνία με τόπους που ήταν μακριά. Θυμάμαι παιδί τον πατέρα μου να ακούει σε δύσκολους καιρούς Deutsche Welle, BBC κ.λπ.
Η αναζήτηση των κομματιών κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση είναι, ενώ η επισκευή τους κρύβει πολλές εκπλήξεις. «Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι η ανεύρεση των ανταλλακτικών. Συγχρόνως όμως η προσπάθεια επισκευής των παλιών ραδιοφώνων είναι μια πολύ συναρπαστική περιπέτεια. Αρκεί να δεις πώς δουλεύει η βελόνα και αλλάζουν οι σταθμοί. Ηταν μια ολόκληρη επιστήμη!», αναφέρει ο κ. Παπαδουλάκης.
Στην παρατήρησή μας ότι τα παλιά ραδιόφωνα ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, για την αισθητική και τη φινέτσα τους ο συνομιλητής μας σχολιάζει: «Στα περισσότερα παλιά ραδιόφωνα έπαιρναν τον μηχανισμό από το εξωτερικό, έφτιαχναν τα έπιπλα εδώ και στη συνέχεια τα μόνταραν. Πολλοί δε έφτιαχναν και σασί. Το ίδιο γίνονταν και στις πρώτες τηλεοράσεις».
Σε κάποιες περιπτώσεις η απόκτηση ενός κομματιού της συλλογής συνδέεται άρρηκτα και με κάποιο πρόσωπο.
Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Παπαδουλάκης ξεχωρίζει ένα παλιό ραδιόφωνο με το οποίο όπως λέει συνδέεται από 14 ετών και το οποίο είναι προσφορά ενός αδελφικού του φίλου: «Είναι ένα κομμάτι που ανήκει στον κουμπάρο και σύντεκνό μου Σταύρο Γεωργαράκη το οποίο θυμάμαι το είδα πρώτη φορά όταν το είχε φέρει για επισκευή στο εργαστήριο που πήγαινα και παρακολουθούσα παράλληλα με το Γυμνάσιο!».
Κλείνοντας την κουβέντα μας ρωτήσαμε τον κ. Παπαδουλάκη αν το χόμπι του τού στοιχίζει οικονομικά ακριβά: «Εχει σημασία πώς βλέπει ένας συλλέκτης τη συλλογή του. Αν τη βλέπει σαν επένδυση, αν τη βλέπει συναισθηματικά ή αν ενδιαφέρεται περισσότερο να ικανοποιήσει την περιέργειά του για την τεχνολογική εξέλιξη. Εγώ πιστεύω ότι αν αγαπάς κάτι, χωρίς να το κυνηγάς, απλώς “φωνάζοντας” το ενδιαφέρον σου, σού έρχεται μόνο του», σημειώνει και διευκρινίζει ότι ο ίδιος δεν βλέπει σαν επένδυση τη συλλογή, ούτε μπαίνει στη λογική της μεταπώλησης των κομματιών.


Τσαγιέρες μικρά έργα τέχνης
Οικογενειακή παράδοση αποτελεί για την Μαρία Τσώνου η συλλογή αντικειμένων αφού κάτι ανάλογο έκανε ο πατέρας της αλλά και άλλα συγγενικά της πρόσωπα. Ιδιοκτήτρια ενός εκ των πιο ιστορικών καφέ της πόλης των “Δύο λουξ”, η Μαρία συλλέγει εδώ και χρόνια τσαγιέρες και φλυτζάνια. Μια επίσκεψη στη συλλογή της πραγματικά εντυπωσιάζει από τα σχέδια, τη φαντασία, τη λεπτομέρεια των κατασκευαστών αλλά και το μεράκι της συλλέκτριας.
«Γιατί τσαγιέρες; Μάλλον από το μαγαζί μου που ξεκίνησε ως “τεϊοποτείον” και έτσι έβρισκα τσαγιέρες ιδιαίτερες για το σερβίρισμα. Λυπόμουν κάθε φορά που κάποια έσπαγε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι ωραία αντικείμενα έσπασαν, έτσι άρχισα να τις μαζεύω! Μιλάμε για πριν από 30 χρόνια τώρα! Μου αρέσει να πηγαίνω σε παλαιοπωλεία, σε καταστήματα με γυαλικά και να ψάχνω διάφορες τσαγιέρες, περίεργες, ιδιαίτερες. Αυτές που κυκλοφορούν π.χ.  οι “Ιωνία” είναι οι κλασικές, που έχει όλος ο κόσμος, ήθελα πάντα κάποιες που να έχουν κάτι το ιδιαίτερο» απαντάει στο ερώτημά μας.
Η συλλογή τσαγιέρων, όπως κάθε συλλογή αλλά ακόμα παραπάνω, απαιτεί ψάξιμο, χρόνο και βέβαια χρήματα. «Παλαιότερα που είχα καλύτερα οικονομικά αγόραζα περισσότερες. Τώρα τα χρόνια της κρίσης είμαι πιο… συγκρατημένη. Αλλά για μένα η αξία τους δεν είναι η οικονομική. Μπορεί μια τσαγιέρα που την πήρα 12 ευρώ να μου αρέσει περισσότερο από μια που μπορεί να την αγόρασα 100 ευρώ! Επίσης έχω πάρει και τσαγιέρες που μπορεί να θεωρηθούν και “κιτς”. Εχω π.χ. μια τσαγιέρα λεμόνι, που είναι χάλια αλλά σίγουρα δεν την έχεις ξαναδεί! Εχω μια άλλη που είναι βάτραχος! Υποκλίνεσαι στο “κιτς” του κατασκευαστή τους! » λέει.

ΑΛΛΑ ΚΑΙ… ΜΠΑΡΜΠΙ!
Μια άλλη συλλογή της κ. Τσώνη είναι οι κούκλες “Μπάρμπι”. Η ίδια ως παιδί δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την πολυδιαφημισμένη κούκλα ωστόσο στα 30 ξεκίνησε να τις μαζεύει και τώρα έχει πάνω από 170 διαφορετικά κομμάτια! «Είχα πάει με τη μητέρα μου και βλέπαμε κούκλες και της λέω “δεν ξέρεις τι γίνεται με τη Μπάρμπι στον κόσμο;” και μου απαντάει “απορώ πώς ακόμα δεν έχεις αρχίσει να μαζεύεις”. Ε, λοιπόν από τότε ξεκίνησα να μαζεύω, προσπαθώντας να ανακτήσω και τον χαμένο χρόνο. Είναι μια τεράστια βιομηχανία η “Μπάρμπι”, υπάρχουν συλλεκτικά κομμάτια που μπορεί να κοστίζουν 3.000 ευρώ, 5.000 ευρώ, 12.000 ευρώ, τιμές απλησίαστες για μας καθώς βγαίνουν σε πολύ λίγα κομμάτια. Η ακριβότερη που πήρα ήταν 150-200 ευρώ» αναφέρει.
Οι συλλεκτικές Μπάρμπι είναι πιο προσεγμένες καθώς π.χ. οι βλεφαρίδες τους είναι αληθινές ή τα ρούχα τους έχουν σχεδιαστεί από επώνυμους σχεδιαστές (Ντε Λα Ρέντα κ.ά.).
Η κα Τσώνου επισκέπτεται συχνά καταστήματα στα Χανιά, την Αθήνα, αναζητεί στο διαδίκτυο. «Πλέον κυκλοφορούν όλων των ειδών οι “Μπάρμπι”. Κινέζες, μαύρες, λατινοαμερικάνες  με τα χαρακτηριστικά της κάθε ηπείρου αλλά και κοντές ή χοντρές Μπάρμπι καθώς το πρότυπο της “Μπάρμπι-μοντέλο” με τις τέλειες αναλογίες έχει ξεπεραστεί. Εντάξει πολυεθνική εταιρία τις κατασκευάζει πελάτες ψάχνει» εξηγεί η συνομιλήτριά μας. Η κα Τσώνου δεν κρατάει τις κούκλες μέσα στα κουτιά καθώς θέλει να τις βλέπει, να τις έχει με τη μορφή έκθεσης. «Πολλοί συλλέκτες δεν τις βγάζουν από το κουτί γιατί τότε χάνουν ένα 30% της αξίας τους αλλά αυτό είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει γιατί δεν σκέφτομαι να τις πουλήσω» λέει.
Τη ρωτάμε για τα σχόλια από φίλους και γνωστούς. «Εχω φάει “κράξιμο” από φίλους, τι να σου πω! (γέλια). Με ξέρουν και δεν μπορούν να πιστέψουν ότι μαζεύω Μπάρμπι. Πηγαίνω τακτικά σε καταστήματα και αν η τιμή μιας που θέλω είναι απαγορευτική στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να την πάρω, όπως τα κοριτσάκια! Στις πωλήτριες λέω από την αρχή ότι είμαι συλλέκτρια ώστε να με κατευθύνουν ανάλογα!  Στην αρχή ντρεπόμουν λίγο όταν πήγαινα π.χ. στη “Λιλιπούπολη” γιατί ξέρω τα κορίτσια εκεί. Αλλά όταν τους το είπα μου απάντησαν πως δεν είμαι η μόνη που μαζεύει Μπάρμπι και ότι υπάρχουν και πολλοί άντρες που είναι συλλέκτες playmobil. Επομένως πλέον το έχω ξεπεράσει!».


Εντυπωσιακές βεντάλιες και χιλιάδες σελιδοδείκτες

Εντυπωσιακές, πολύχρωμες, βεντάλιες και 2.000 σελιδοδείκτες από κάθε γωνιά του κόσμου αποτελούν τις συλλογές της Αθηνάς Γιαννουλάκη που συνδυάζει τα ταξίδια της με τη συλλογή μικρών αντικειμένων. Η ίδια ξεκίνησε να “μαζεύει” πράγματα από όταν ήταν 18 χρονών, κάτι για το οποίο μάλλον την ενέπνευσε η μητέρα της, όπως μας λέει.
«Ξεκίνησα να μαζεύω βεντάλιες όταν πήγα ταξίδι -στα νεανικά μου χρόνια- στη δυτική Αφρική. Εκεί είδα τους ανθρώπους να φτιάχνουν εκπληκτικά πράγματα με ξυλάκια και να τα κάνουν βεντάλιες. Ετσι ξεκίνησα να μαζεύω βεντάλιες και σήμερα έχω μια σειρά από συλλεκτικές από όλο τον κόσμο: Ινδία, Αφρική, Κίνα, Βιέννη, Ιταλία κ.ά. Βέβαια αυτή που μου κόστισε πιο πολύ και που κουράστηκα για να τη φέρω είναι μια χειροποίητη βεντάλια από δεκάδες φτερά παγωνιού την οποία έφερα από τη Βομβάη. Αυτή είναι και η πιο αγαπημένη μου. Εκανα τον μεγαλύτερο κόπο γιατί παρόλο που είχα μόλις ένα σακίδιο, κουβαλούσα αυτήν τη βεντάλια με προσοχή επί 20 μέρες μέχρι να ολοκληρωθεί το ταξίδι. Δεν συλλέγω καθημερινές βεντάλιες, μ’ αρέσουν οι βεντάλιες που είναι χαρακτηριστικές ενός τόπου ή έχουν το στίγμα ενός μουσείου. Βέβαια έχει τύχει να βρω βεντάλιες σε παζάρια, σε μεγάλες μητροπόλεις της Ευρώπης, που ενώ τις ήθελα δεν μπορούσα να τις αγοράσω…».

ΟΙ ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ
«Σελιδοδείκτες ξεκίνησα να μαζεύω από 18 χρονών, οι πρώτοι ήταν από βιβλία εκδοτικών οίκων που διάβαζα. Σιγά σιγά άρχισα να μαζεύω σελιδοδείκτες από Μουσεία και αρχαιολογικούς τόπους και από μέρη που επισκεπτόμουν. Επίσης χειροποίητους σελιδοδείκτες έβρισκα σε διάφορα παζάρια ανά την Ελλάδα και τον κόσμο. Σήμερα έχω πάνω από 2.000 σελιδοδείκτες» μας λέει και προσθέτει: «Προσωπικά δεν αισθάνομαι να είμαι αυτό που λένε “συλλέκτης”, εγώ το κάνω γιατί απλά μου αρέσει πάρα πολύ. Μου άρεσε να μαζεύω πράγματα από μικρό παιδί κι ίσως αυτό έχει να κάνει και με τη μάνα μου που πάντα μάζευε πράγματα. Ετσι μάζευα κι εγώ. Πολύ αργότερα αντιλήφθηκα ότι όπου πήγαινα έψαχνα να βρω κάτι συγκεκριμένο, δηλαδή έναν σελιδοδείκτη ή μια βεντάλια ή ένα καρτ ποστάλ ή 1 φλιτζάνι τσαγιού. Αυτό που έλεγα πάντα δεν είναι ότι “συλλέγω” αλλά ότι “μαζεύω”» σημείωσε η κα Γιαννουλάκη η οποία εκτός από σελιδοδείκτες και βεντάλιες, μαζεύει και τσαγιέρες από παλιά υαλοπωλεία. Η συλλογή που κοσμεί την κουζίνα της ξεπερνά τις 150 τσαγιέρες.

The Design Bar
Maria Orfanoudaki

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.