Μουσείο Τυπογραφείας

“Αλλος δρόμος δεν υπήρχε”

04 KAKATSHSΟι δύσκολες μεταπολεμικές συνθήκες που επικράτησαν στην πατρίδα μας, την οδήγησαν στα βουνά και στην παρανομία στα είκοσί της χρόνια. Το 1962 και κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες, μαζί με πέντε άλλους συντρόφους της δραπετεύει στο εξωτερικό για να καταλήξει στη Σοβιετική Ενωση. Το 1976 επιστρέφει με τον άνδρα της ζωής της, το Νίκο Κοκοβλή και τον γιο τους στην Ελλάδα και κατοικοεδρεύουν στο Βαμβακόπουλο. Μαζί γράφουν και υπογράφουν τα βιβλία τους, αναπολούν τα μύρια όσα πέρασαν και συνεχίζουν τον αγώνα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια από άλλα μετερίζια.

Ερώτηση: Πώς εσείς, ένα κορίτσι, πήρατε στα είκοσί σας χρόνια τα βουνά και μείνατε στην παρανομία τόσα χρόνια;
Απάντηση: Κείνο τον καιρό, για ένα κορίτσι που το κυνηγούσαν για τα φρονήματά του και μόνο, δεν υπήρχε άλλη διέξοδος αν ήθελε να διατηρήσει την ελευθερία του και να υπερασπίσει την αξιοπρέπειά του. Εκεί οδήγησαν τα πράγματα εκείνοι που δεν ήθελαν να μπει η χώρα μας μετά την απελευθέρωση σε μια πορεία ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης. Εσπρωξαν ένα τεράστιο δημοκρατικό κίνημα (παράλληλα και με τα δικά του λάθη) σ’ αυτόν τον δρόμο της συντριβής και της εξόντωσης. Στην παρανομία τόσα χρόνια με κράτησε το φιλότιμο, η συνέπεια στις ιδέες μου, η τελεσίδικη απόφασή μου να οδηγηθώ γι’ αυτές ακόμα και στην ύστατη θυσία, που την περίμενα εξάλλου -κι όχι μόνο εγώ- σ’ όλη αυτή τη διάρκεια, από στιγμή σε στιγμή.

Ερώτηση: Πώς συνδυάζεται η γυναικεία ευαισθησία που σε σας είναι ιδιαίτερα αισθητή, μ’ ένα τέτοιο σκληρό αγώνα;
Απάντηση: Νομίζω ότι ένας αγώνας που έχει σχέση με ιδέες, όπως την πρόοδο, την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη, την πανανθρώπινη ευτυχία, όσο κι αν είναι σκληρός δεν μπορεί να είναι αντίθετος με τη γυναικεία ευαισθησία. Δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην ευαίσθητη γυναίκα και τη γυναίκα αγωνίστρια. Μήπως και σήμερα δεν προκαλείται και δεν εξεγείρεται περισσότερο η γυναικεία ευαισθησία με την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τους πολέμους, την ανεργία, την αδικία και την εξαθλίωση στον πλανήτη μας.

Ερώτηση: Το 1962 όμως φεύγετε για τη Σοβιετική Ενωση. Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για την απόδρασή σας και για τις ασχολίες σας στο νέο τόπο που λεύτεροι πια βρεθήκατε;
Απάντηση: Ηταν μια απόδραση δύσκολη, πολύ επικίνδυνη. Η διήγησή της θα αποτελούσε ολόκληρο μυθιστόρημα. Ηταν ένα “σάλτο μορτάλε”. Καταδιωκόμενοι, επικηρυγμένοι, σε συνθήκες αστυνομοκρατίας, βγαίνουμε από τη χώρα, χωρίς χαρτιά, χωρίς διαβατήριο κι επιχειρούμε ένα μακρινό, ριψοκίνδυνο ταξίδι, φτάνοντας μετά πέντε μήνες στη Σοβιετική Ενωση… Η πρώτη επιδίωξή μας εδώ, ήταν να σπουδάσουμε. Ν’ αποκτήσουμε ένα επάγγελμα κι ένα δίπλωμα – εφόδιο. Πράγμα βέβαια όχι εύκολο…

Ερώτηση: Ωστόσο το 1976 επιστρέψατε στην Ελλάδα και δεν παραλείπετε να γράφετε και να δημοσιοποιείτε με τον κύριο Νίκο, τα γραφτά σας…
Απάντηση: Με την επιστροφή μας στην Ελλάδα παρ’ όλο που αντιμετωπίζαμε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης (έλλειψη δουλειάς κ.λπ.) αρχίζουμε να ασχολούμαστε με τη συγγραφή του βιβλίου μας “Στα βουνά της Κρήτης και στην παρανομία” που κυκλοφορεί το 1978 από τις εκδόσεις “Πλανήτης 70”. Το 1986 κυκλοφορεί το βιβλίο μας “ΕΣΣΔ – Προσδοκίες και πραγματικότητα” κι ακολουθεί το βιβλίο “Μνήμες που ποτέ δεν σβήνουν”.

Ερώτηση: Οπωσδήποτε έχετε πολλά ακόμα να μας διηγηθείτε… Αλήθεια με ποιους τρόπους κι από ποιο χαράκωμα συνεχίζετε τους αγώνες σας;
Απάντηση: Γράφουμε κι αυτό είναι ένα μετερίζι. Δεν απόσχουμε, όμως ούτε από την πολιτική. Μέσα στις δραστηριότητές μας είναι και κείνες που έχουν σχέση με τη διατήρηση της ιστορικής κληρονομιάς, τις πολιτισμικές και πολιτιστικές μας αξίες. Ανήκουμε σε οργανώσεις με σκοπούς παρόμοιους. Νομίζω ότι στη σημερινή χρονική συγκυρία, όπου ο οδοστρωτήρας της παγκοσμιοποίησης συνθλίβει τις εθνικές αξίες και ιδιαιτερότητες, η ενασχόληση με τέτοιες δραστηριότητες αποτελεί επιτακτικό χρέος.

Αποσπάσματα από μια συνέντευξη που πήρα απ’ την Αργυρώ Πολυχρονάκη – Κοκοβλή, για λογαριασμό της εφημερίδας “Χανιώτικα νέα”. Σαν συνέχεια μιας άλλης με τον Νίκο Κοκοβλή. Είναι η εποχή που γράφουν το “Αλλος δρόμος δεν υπήρχε”. Σαν χθες… Αρχές Μαρτίου 1999. Την άλλη μέρα που δημοσιεύεται η συνέντευξη, είναι η Ημέρα της Γυναίκας. Να την καλέσω στο σχολειό που είμαι δ/ντής, στο 5ο Δημ. Σχ. Χανίων, να μιλήσει στα παιδιά, η σκέψη μου. Το κάνω και το ξανακάνω τα επόμενα χρόνια. Στα υπόψη μου να ‘ρθει και ο κύριος Νίκος, μαζί με τον “διώκτη” του, τον Μανόλη τον Δαφνομήλη, να μιλήσουν για τον εμφύλιο. Καίει η μνήμη άκαυτη βάτος… Οι πέτρες των Λευκών Ορέων, κι όταν εμείς φύγουμε, θα θυμούνται τον Νίκο και την Αργυρώ Κοκοβλή.

Σημείωση: Και επικήδειος λόγος (Βαμβακόπουλο, 18.3.2019)

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.