Μουσείο Τυπογραφείας

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΣΑΚΙ ΤΟΥ ΓΕΡΩ

Εξανακουζουλάθηκέ μου η γρα!

Εσκόλασα γιατ’ απού λέτε, συντέκνοι μου αναγνώστες, μιαν αργατινή από το ξελάκκισμα τ’ αμπελιού κι ως εμπήκα στο σπίτι, θωρώ τη γρα μου να φορεί, αντίς για τα φουστάνια τζη… πατελόνια.
– Είντα ’ναι, μωρή Βαγγελιά, τούτανα τα μασκαραλίκια; τση κάνω. Τη… Βαλεντίνα μου παριστάνεις που τήνε περιπαίζαμε τότες, το ’50 (το 1950, συντέκνοι μου, όι για την Παναγία, σε παλιότερους αιώνες, γερόντοι ’μαστε, μα δεν είμαστανε ’δα και του καιρού του Καντανολέω). Θυμάσε Βαγγελιά, τότες που τραγουδούσαν οι φωνογράφοι στσοι καφενέδες του χωριού το τραγούδι τζη:
«Αχ, Βαλεντίνα, αχ βρε τσαχπίνα,
μόρτικα κομμένα τα μαλλιά σου,
σαν αγοροκόριτσο η μιλιά σου,
κι όπως πας σε λίγα χρόνια
θα φορέσεις πατελόνια, Βαλεντίνα, Βαλεντίνα…».
– Ζηλεύγεις μου, μωρέ Μανούσακα και με θέλεις παλιομοδίτικα ντυμένη, με μποξαδάκι και μακρυμάνικο φουστάνι, σαν τη λαλά σου την εκατοχρονίτησσα; Οι πλια πολλές εδά χωριανές γή πατελόνια φορούνε γή με τα βρακάκια, τα σορτσάκια, ως  τ’ αποκαλούνε ξεπορτίζουνε στσοι δρόμους. Δεν τσι θωρείς, απού εδά βγαίνουνε και στο τσαρσί και φουμέρνουνε και σκαμπίλι παίζουνε στον καφενέ;
– Μ’ αυτές Βαγγελίτσα μου είναι μικιές και κοπελιές.
– Είντα και γρα θα με βγάλεις, μωρ’ εδά;
Δεν τα βγάνεις πέρα με τη ζάβαλη, Μανουσιό μου, λέω τότες τ’ απατού μου, μόνο σήκω και πόρισε να πάεις εις την πιάτσα, να πιεις μια τσικουδιά, να περάσ’ η αμάχη, αλλιώς θα σουρομαδιθείτε και θα σηκώσετε πάλι τη γειτονιά στο πόδι.
Μιαν άλλην αργατινή, γαέρνω από το σκαπέτι κι ως μπαίνω στο σπίτι, θωρώ τη γρα μ’ αλλαγμένα τα μαλλιά -τα μυαλά βέβαια από καιρό τα ’χει χαμένα- κι από ψαρά τα ’χε βαμμένα μαύρα κατράμι.
– Είντα, τση λέω, μπρε, εσφούγγιξες το τσικάλι με τη σκουφίδα σου και μου γίνηκες κόρακας, μόνο το κρα – κρα σου λείπει.
Αναψε κι εφώθιασε η Βαγγελιά και μου ’βγαλε το γλωσσιδάκι τζη το φιδίσιο:
– Εγώ θα κάνω ως κάνουν ούλες οι καινούργιες γυναίκες.  Κι ελόγου σου, να βγάλεις τα σαλβαρομίτανα και να βάλεις τα στενά, γιατί δεν το νταγιαντίζω πλια να μ’ αναρωτούν οι ξενομπάτες αν είμαι του Μανούσο το βρακά η γυναίκα. Του λόγου σου μ’ απόμεινες ο τελευταίος βρακοφόρος του χωριού! Αρέσει σου πρέπει να σε θωρούνε και να σε φωτογραφίζουν οι ξεβράκωτες οι τσουρίστριες!
– Κι αμέ, ψαλιδόκωλος, κορδόκωλος, μπρε, με θέλεις να γενώ;
– Ναίσκε, ψαλιδόκωλος σαν ούλους τσοι χωριανούς, γέρους  και ντελικανήδες. Και να μη με λογαριάζεις μπλιο για τ’ αλώνια και τσοι βωλοσύρους, να σ’ αλωνίζω μπίζια και ψαρές και βίκους.
– Κι αμέ για τα σαλόνια μου γίνηκες εδά Βαγγελιά;
– Γιάντα, Μανούσο, καλύτερες είν’ από μένα κείνες που βγαίνουν στο γυαλί;
– Χμ, εκειδά το λοιπόν, στο γυαλί μου τα σπούδαξες τούτανα τα παλαβά, που μου ξεφούρνισες πάλι, πως δεν ξανακοντοβαλάς στ’ αλώνια γιατ’ είσαι ’συ για τα σαλόνια, λόρδου θυγατέρα! Κι είντα θα τρώμε, μπρε, άμα δεν καλλουργούμε τη γη και δεν τήνε σπέρνομε να βγάλει θροφή να μάσε θρέψει; Μόνο κοπέλια θα σπέρνομε; και καλά που δε γαστρώνεσαι μπλιό, γιατί ανέ μου γέννας πάλι, είντα θα τα ταΐζαμε τα κοπέλια, με τα σαλόνια και τα μεγαλεία, που μ’ αρχίνιξες από τότες που σπουδάζεις στο γυαλί.
– Δεν είμ’ εγώ στείρα, μήδε γρα, παρά τ’ απατού σου ο σπόρος είναι γέρικος, Μανούσο, και δεν βγάνει φύτρο, κακορίκο! Και να μου πάρεις φουστάνια τση πολυτελείας δύο, το ’να να ’ναι μίνι, μίνω το λένε, το Μίνω το πρόγονο τ’ αφεντικό του Μινώταυρου, που διδαχτήκαμε στο Σχολαρχείο, να θυμάσαι, κι’ έν’ άλλο φουστάνι, μακρύ ως τσ’ αστραγάλους πάει, μάξι το λένε, το μαξούλι να φέρνεις στο νου σου για να το θυμάσαι.
– Και γιάντα τα θέλεις, που θα πάεις να τα στολιστείς τούτανα τα μαξούλια και τσι μινώταυρους, Βαγγελίτσα;
– Είπαμε, μπρε, κάμποσες χωριανές να κάμομε κι εμείς… καλλιστεία στο χωριό. Θα καλέσομε και τσι κοντοχωριανές νά ’ρθουνε κι εκείνες να παραβγούμε στα κάλλη.  Γιάντα, δηλαδή, καλλιά ’ναι κείνες που θωρούμε στο γυαλί απ’ ελόγου μας; Και μπόι έχομε και «λάμπει το προσωπάκι μας, σαν του πουνέντη τ’ άστρο» ως μου κανταδόριζες, σαν τον Ερωτόκριτο και με κουζούλανες κι έτσα σου θελημάτεψα να με κλέψεις και να με βάλεις στη δούλεψή σου και στα βάσανα.
– Ντε διάολε, ντε, οχρούτση σου πονηρέ. Εζαβλακωσέ μου το γυαλί τ’ αντίχριστου τη γυναίκα, έλεγα με το νου μου. Μα δε μου ξανάφερε αθιβολή γι’ αυτάνα τ’ αποκορωνιώτικα καλλιστεία. Και τούτο γιατί καθώς εμαθεύτηκε, ο Γιώργης ο Χούρχουδας -όνομα και πράμα- ως του ’πε κι εκεινού η γυναίκα του η Παρασκιώ, πως θα πάει κι ευτή στα… καλλιστεία τση ’δωκε ένα δυο κατακαυκαλιές, απού κατάπιε χιλιώ χρονώ μύξες, που λέει ο λόγος. Κι οι αποδέλοιπες… καλλονές εφοβηθήκανε, μην πάθουνε τα ίδια και καταλαγιάξανε κι έτσα ήρθ’ ο νους στη κεφαλή και τση δικής μου κουζουλής. Κι επέρασέ τζη η τροζάδα με τα καλλιστεία, μα όσο γέρνα και εσταφίδιαζε, άλλους μαγλατάδες μου ξεφούρνιζε. Γιατί ένα μεσημέρι, ως εγάιρα από το ποτιστό τσ’αγγουριάς και του ξενικόσταρου, θωρώ τη γρα με φουσκωμένη τα βυζιά σαν τότες που ’τονε κοπελιά.
– Αρέσω σου. Μανούσο μου, μ’ ερωτά.
– Πώς εμεγαλώσανε, μπρέ, τα βυζιά σου. Το πρωί ήτονε σαν την τάβλα ο μπέτης σου κι ώστε να πάω και να ’ρθω μού ’βγαλες βυζιά;
Εθυμήθηκα όμως κείνα που λέγαν οψές αργάς στον καφενέ πως στσι πολιτείες οι γυναίκες φουσκώνουν το βυζί με σειρικόνη, έτσα ’τονε λένε τον κουανό, το λίπασμα, απού φουσκώνει το βυζί τση γυναίκας. Εβαλε, μωρέ, κι η ζαβή μου τέθοιο φουσκωτικό του βυζιού; αναρώτουνα τον απατό μου.
– Μωρή, τση κάνω, που τά ’βρες τούτανα τα τρουλωτά βυζιά; Μην πα να τα κουάνισες;
Εσκασε στα γέλια η Βαγγελιά και μ’ αποκρίνεται:
– Δοκιμή ’καμα άντρα μου με δύο κυδώνια, που ξεκρέμασα από το δοκάρι του ταβανιού και τα στράλιξα στο μπούστο μου.  Μα θωρώ πως σου καλαρέσουνε και λέω να πάω σε μια γιάτρισσα στη Χώρα, να μου βάλει κείνο το φουσκωτό, που δείχνει τη γυναίκα να φαίνεται κοπελιά κι ας είναι μεστωμένη στα χρόνια.
– Είντα κάνει λέει; φουσκωτά βυζιά, μωρή, θα μου κρεμάσεις; Σειρικόνη το λένε τούτο το βυζί, γιατί αρρωστά, σειρικώνει κακορίμπαλη τη γυναίκα κι ο σείρικας είναι μεταδοτικός και θα με σειρικώσεις κι εμένα, ανέ πιάσω να σε πασπατέψω στο κρεβάτι με τούτανα τ’ αρρωστικά σου. Γι’ αυτό θα μετακομίσω εις τ’ αχούρι, να κοιμούμαι στον αχερώνα μαζί με το μουσκάρι και τα γάιδαρο.
– Σαν είναι ’τσα, άντρα μου, δε βάνω ’γω τέθοια μαραφέτια στον μπέτη μου.
Εφοβήθηκε κι ησύχασε προσώρας. Μα δεν επέρασε μήνας κι άλλο μαγλατά μου ’βγαλε και στα καλά καθούμενα μου λέει:
– Μανούσο, κατέεις το πως ούλες οι ομορφονιές που βγαίνουν στο γυαλί -η Ολγα, η Ελλη, η Τατιάνα κι οι αποδέλοιπες- μεγαλύτερες μου είναι, μά ’χουνε καμωμένο γλύφτινγκ σε μάγουλο και λαιμό κι ετσά φαίνουνται σαν την εγγονή μας την Κωστούλα, ομορφοκοπελιές. Είπα το λοιπός κι εγώ για να σ’ αρέσω άντρα μου, με τα λεφτουδάκια που ’χω στην κασέλα από τη σύνταξη, να πάω κι ελόγου μου σ’ ένα τεχνίτη, που μου τον ορμηνέψανε για μάγο, π’ από τα χέρια του είναι περασμένες και ξανανιωμένες ούλες οι πρεμαντόνες τω Χανιώ. Να πάω κι εγώ, Μανουσάκι μου μυριστικό, να ξαναγενώ κοπελιά να με θωρείς και να με λιξεύγεις και ν’ ανυπομονείς πότες θα θέσομε ν’ αγκαλιαστούμε στο σοφαδάκι του σπιθιού!
– Εκουζούλανανέ σε μπίτι, μωρή Βαγγελιά, τ’ αφορεσμένο το γυαλί και μου γυρεύγεις να ξεντώσεις κι εσύ την προβιά σε μούρη και λαιμό για να δείχνεις νέικη!
– Δεν τήνε ξεντώνουνε, μού ’πανε, παρά τήνε γλύφουνε κι αφανίζουνε ζάρες και χαρακιές του καιρού, έτσα που σου κάνουνε το μαγουλάκι σαν το βερικουκάκι, που λέει και το τραγουδάκι.  Γι αυτό τήνε λένε γλύφτινγκ τούτηνα την εφεύρεση, όπου ξανανιώνει τον άθρωπο! Και που να στσι λέω τσ’ άλλες τέχνες που ομορφαίνουνε τσι γυναίκες. Αλλες μακραίνουνε και μπογιαντίζουνε τα νύχια, άλλες κολούνε ξένα, αγοραστά, άλλες ζωγραφίζουνε τα μάθια και κολλούνε ματοτσίνουρα, βάνουνε βραχιόλια στσ’ αστραγάλους και δαχτυλίδια στη μύτη κι οφαλό που τόνε πετούνε όξω, σαν το φελό του μπουκαλιού, από το φουστάνι. Ανέ σου τά ’κανα ’γω ούλα τούτανα, κούκλα θάν’ εγίνουντανε η Βαγγελίτσα σου! Να μη χορταίνεις να τη θωρείς, να τη φιλείς και να τήνε χαϊδεύεις.
Εδωκ’ όμως ο Θεός και καταλάγιαξε ένα δύο μήνες, γιατί εβγήκαμε εις τσ’ ελιές, με την πατούλια τση συμπεθέρας τσ’ Αρουδογιώργαινας, να μαζώξουμε καμπόσα μίστατα λάδι να πορευτούμε κι ετούτο το δίσεχτο χρόνο κι έτσα ήρθ’ ο νους στην κεφαλή τζη τη ζαβή. Μα δεν εβάσταξε πολύ τούτ’ η μπουνάτσα από την τροζάδα τση γυναίκας γιατί μια βραδινή, ως εθέκαμε στο κρεβάτι, λέει:
– Μανούσο, να πάεις κι εσύ, ως κάνουν ούλ’ οι χωριανοί να μάθεις να κουμαντάρεις αυτοκίνητο, σαν το γείτονα, τον Κοτσιφομιχάλη, που η υστερόπλουτη η γυναίκα ντου, σαφίς μου παινεύεται πως έχουνε δύο αμάξια, μπεμπεμπέ, μπεμπέκο, πράμα τσα λέει τη μάρκα του νιους και σουτζούκι τ’ αλλουνού.  Κι εμείς μόνο τη γαϊδούρα ’χομε κι εδά δεν είναι τση μόδας οι τετράποδοι γαϊδάροι, που μήδ’ άχερα υπάρχουν μήδ’ αποπερβολές για να τήνε ταΐζομε.
Αφήστε’ δα που με σπασοχόλιασε μια βραδιά η γρα ως την είδα με τρουλωμένη τη κοιλιά.
– Εδιφόρισε, μα την Παναγία, η Βαγγελιά και μου ξαναγαστρώθηκε εδά στα γεραντάματά τζη!
Μα ήτονε, ως εφάνησε ανεμογκάστρι κι ετσά γλυτώσαμε τσι μαμές, να ξεγεννούν, τσι βίζιτες και τα λαδικά του χωριού, πως εξαναθύμισε η Μανουσάκαινα και την εφούσκωσε ο Μανούσος τση.
Είχα ’γω κι άλλες κουζουλάδες να σάσε πω, συντέκνοι μου αναγνώστες, μα δε σας τσι διηγούμαι γιατί θα με μπεστίσετε μπλιό με τη γεροντική μου ακράτεια τση γλώσσας…
Χαιρετώ σας, το λοιπόν και στην άλλη βόλτα με το καλό.

Ο ΓΕΡΩ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
αθιβολή=  λόγος, ομιλία. Βλ. Γ. Χορτάτση «Ερωφίλη», Κρήτη 1595:
«τα χείλη μου τρομάσσουσι ν’ αρχίσου να μιλούσι,
κι εις τέτοια αθιβολή βουβά να στέκου πεθυμούσι» (Α’ 127-8).
αλλιώς=  ειδάλλως. Βλ. Γ. Χορτάτση «Πανώρια», Κρήτη, 1590
«άλλαξε γνώμη, αν πεθυμάς, Αλέξη, τη φιλιά μου
αλλιώς σου τάσσω ώστε να ζω νά ’χης την όργητά μου» (Γ’ 613-4).
αμάχη ή αμάχι = έχθρα:
«σαφί αμάχι μου βαστάς, μα γω γλυκοαγαπώσε,
κι άμα θά ’ρθεις στον ύπνο μου, όλο γλυκοφιλώ σε», Μ.Ι. Ιδομενέως.
αναρωτώ= ανακρίνω, εξετάζω. Βλ. Β. Κορνάρου «Ερωτόκριτος», Κρήτη, 1610:
«και ζαλισμένη αναρωτά και λέγει της: Φροσύνη,
νένα μου, πε ο Ρωτόκριτος που πάγει κ’ είντα εγίνη». (Γ’ 1617-8).
απατός μου= εγώ, εαυτός μου. Βλ. Γ. Χορτάτση «Κατζούρμπος», Κρήτη, 1595:
«ας είναι, ας είναι, κερατά, με θέλημα δικό μου,
μ’ έβαλες κάτω, μα κι εγώ έπεσα απατός μου». (Γ’ 541-2).
αργατινή= βραδειά.  Βλ. Μ.Τζ. Μπουνιαλή «Ο Κρητικός Πόλεμος» 1685
«και φθάνει μια βραδυνή, στη χώρα μέσα μπαίνει» (235-19)
αρμηνεύω= δίνω εντολή, προστάζω. Βλ. Μ.Τζ. Μπουνιαλή «Ο Κρητικός Πόλεμος»
«οι άρχοντες εστέκασιν απάνω ν’ αρμηνεύουν
των γυναικών να κουβαλούν χώμα και να δουλεύουν» (279-27)
βίζιτα= βιζιτάρω (ιταλ.visita, visitare)= επίσκεψη, επισκέπτομαι:
«Ασματα Κρητικά» Anton Jeannaraki, Λειψία 1876, αρ. 54
«και βγαίνει στ’ Ακρωτήρι, σιριανίζει,
τον κόσμο βιζιτάρει και ξανοίγει…»
βόλιτα (ιταλ.volta)= με τη σημερινή έννοια : A. Jeannaraki, ο.π. αρ.188
«να κάμω κύκλο στο βουνό, βόλιτα στη μαδάρα…»
βραδυνή= σημερινή έννοια. Βλ. Μ.Τζ. Μπουνιαλή, ο.π.
«και φθάνει μία βραδυνή στη χώρα μέσα μπαίνει…»
βράκα= με τη σημερινή έννοια, το ένδυμα του βρακοφόρου, αντίθ. τα στενά τα πανταλόνια που τα φορούν οι ψαλιδόκωλοι ή κορδόκωλοι. Βλ. Γ. Χορτάτση «Κατζούρμπος»:
«για τσι φελλούς φορώ, να ζω! Δεν είν’ πολύ ανέ σφάνω, θαμάζομαι πώς έχω νου, τσι βράκες μου να βάνω» (σφάνω= σφάλλω, φελλός= ελαφρό υπόδημα, θαμάζομαι= απορώ).
βωλόσυρος= αλωνιστικό εργαλείο: «εχάλασέ μου συντέκνισσα, ο βωλόσυρος,
εκουτσάθηκέ μου και η γαϊδούρα και δεν κατέω πως θα βωλοσύρω οφέτος το κριθάρι».
γαέρνω και γιαγέρνω = επιστρέφω, γυρίζω πίσω. Βλ. «Κατζούρμπος» ο.π.
«Α δεν την κάμω σήμερο τσι βέστες να γιαγείρη και τα τσεκίνια τα πολλά κείνου του κακομοίρη !»  (βέστα= μακρύ γυναικείο φόρεμα, τσεκίνι= χρυσό βενετσιάνικο νόμισμα).
γιάντα= γιατί.  Βλ. «Ερωφίλη» ο.π.
«Ω, μοίρα πρικαμένη μου, ω μοίρα ασβολωμένη,
και γιάντα στέκω ζωντανή στον κόσμο η καημένη!»
γίβεντο= ρεζίλεμα, καταισχύνη, εξευτελισμός:
«παναστατώ, άμα θωρώ τα γίβεντα που κάνεις
και δε κατέχω αδιαφορείς, γή πας να με τροζάνεις;» Μ.Ι.Ιδομενέως
γυρεύγω= ζητώ. Βλ. Β. Κορνάρου «Η θυσία του Αβραάμ», Κρήτη ΙΖ’ αιώνας
«αντί για κρίμα η χάρη σου αντάμειψη γυρεύγει,
τιμώρησε τον Αβραάμ, το τέκνο τι σου φταίγει;»
διφορίζω= καρπός που παράγεται μετά την εποχή της συγκομιδής.
«μέσα σε τούτο τον καιρό  κ’ ημέρες που περνούσα,
τέσσερα μήλα δίφορα ηύρεν η Αρετούσα». «Ερωτόκριτος» (Α’ 2015-6)
δούλεψη= υπηρεσία. Βλ. Μάρκου Αντωνίου Φόσκολου «Φορτουνάτος», Κρήτη 1655 Μποζ. «μα πάλι λέγε μου ό,τι θες, κι ό,τι ’ναι μπορετό μου
θέλω πεσκέσι  να γενή».  Λουρ. «γρίκα; τη δούλεψή σου» (Α’126-7)
εδά= τώρα.  Βλ. «Ερωτόκριτος» ο.π.
«μα εδά ‘χει τόση δύναμη κ’ έτσα μεγάλη εγίνη,
οπού μου πήρε την εξά και δίχως νου μ’ αφήνει» (Α’ 315-6).  (εξά= εξουσία)
εκειά, κειά= εκεί.
«εκειά που παίζεις, με πονείς και μια στιγμή το νιώθεις
κι ύστερα πάλι ανάποδα τα λες και μου τα κλώθεις»  Μ.Ι. Ιδομενέως
(παίζω= ρίπτω, πυροβολώ).
ετσά= έτσι: «πιστεύγω το πως μ’ αγαπάς και μην αμνόγεις άλλο,
οι όρκοι δεν ταιργιάζουνε σ’ έρωτα ετσά μεγάλο».  Μ.Ι.Ιδομενέως.
(μνόγω= ομνύω, ορκίζομαι).
ζάβαλος= ανόητος, βλαμμένος,  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«ωσά ζαβός και πελελός πάντα ’στεκε κ’ εθώρει
τον τόπο όπου επορεύγετον η πλουμισμένη κόρη» (Α’ 1073-4)
ζαβώνω, ζαβλακώνω= ζαλίζω, κάνω ανόητο κάποιον. Βλ. «Ερωτόκριτος»
«η τόσ’ αγάπη του παιδιού τον ομυαλό ζαβώνει» (Γ’962)
θεληματεύω,θεληματεύγω= αποδέχομαι, συγκατανεύω.  Βλ. «Η Βοσκοπούλα», Κρήτη γύρω στα 1600.
«να το θεληματέψη η ομορφιά σου
απόψε να κοιμηθώ κοντά σου». (107-8).
θροφή= τροφή.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«ήτονε δεκοχτώ χρονώ, μα’χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή κ’η ερμηνειά του βρώση»  (Α’79-80)
θυμίζω  (για θηλυκά αιγοπρόβατα)= βρίσκομαι σε περίοδο σεξουαλικής διέγερσης.
«Ω, κακομοίρα μου Ρηνιώ κι οι δυό’χομε ένα πόνο,
μηδέ κι εσύ θυμίζεις μπλιό, μηδέ κι εγώ φουσκώνω». Γ.Παυλάκης
κακορίκος, κακομοίτσης= καημένος, φουκαράς.
«έπιασε ένα διαόλου ανεμοτσάπουρο, απού αναποδογύρισε
του κακορίκου του συμπεθέρου την ομπρέλα κι εγίνηκε σουρούδι» (=μουσκίδι).
καλλουργώ, καλλουργίζω= καλλιεργώ,
«έκαμε μια γερή μπόρα τη νύχτα και ταχιά θα πάμε να καλλουργήσομε το λιόφυτο».
κατακαυκαλιά= κατακαυκαλέ, κατακαυκαλίδι,
«εφώνιαζε κι εσφύριζε ο δαίμονας το κοπέλι του τ’ αναμαζωξιάρη του Καραγκιουλέ, κι έδωκά ντου μια κατακαυκαλιά απού ’δε τον ουρανό σφεντύλι»
καταλαγιάζω= ησυχάζω.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«όλοι καταλαγιάσασι κι’ εκείνη έτσι ντυμένη
εις το κατώγι εκάθετο, την ώρα κι ανιμένει » (Γ’545-6).
κατέω, κατέχω= ξέρω. Βλ. Μαρ.Φαλιέρου «Ερωτικά όνειρα», Κρήτη, 1420
«και αφήνω σας και πάσα είς το τι χρωστεί κατέχει
και πληρωθήτε μέσα σας με της φιλιάς τα έχει» (437-9).
κοντοβολώ= πλησιάζω,
«τζαναμπέτης είναι κι άθρωπος δεν του κοντοβολά»
κοπελιά= νέα.  Βλ. Γ. Χορτάτση «Πανώρια», Κρήτη, 1590
«σαν όντεν ήμου κοπελιά δε θέλω κάμει τώρα,
απού ποτέ δεν ήθελα να δώσω αθρώπου γνώρα» (Α’ 283-4)
κουζουλός= τρελλός, ανόητος.  Βλ. Γ.Χορτάτση «Κατζούρμπος» ο.π.
«ναίσκε, μα από τσι κουζουλές όπου’ναι σαν κι εσένα
για κείνο σκιας ποκάμισο δεν έχετε κιανένα» (Α’209-210).
λαδικό= γριά κακόλογη, φλύαρη,
«η μάνα σου’ναι λαδικό κι όλο κατηγορά με,
μα άμα περνά κακοτοπιές θέλει κοντά τζη να ’μαι»  Μ.Ι.Ιδομενέως.
λαλά= λάλη, γιαγιά.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«εκάμασι παιδόγγονα κι όλα εγενήκαν πλούσα
και μάνα και κερά λαλά εγίνη η Αρετούσα»  (Ε’1515-16).
λιξεύγω= επιθυμώ πολύ.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«κι όπου αγαπά και ρέγεται του τραγουδιού γλυκότη
λιξεύγει τον τραγουδιστή στα κάλη κ’ εις την νιότη» (Α’739-40).
μαγλατάς=έριδα, υπαναχώρηση (τουρκ. maglata)
«σαφί μου βγάνεις μαγλατά κι είντα θα πογενούμε,
που δεν μπορούμε μια βολά τη στράτα μας να βρούμε» Μ.Ι.Ιδομενέως
μαξούλι=σοδειά,  «και τρών’ του κάμπου τα καλά τση ρίζας τα μαξούλια»
(λεξικό Πιτυκάκη).
μασκαραλίκι (τουρκ. maskaralik)= γελοιοποίηση, εξευτελισμός,
«επάθαν οι πεζεβέγκηδες οι πριγκιπικοί τέθοιο μασκαραλίκι, τότες, π’ απόβγαλε ο Βενιζέλος τον Πρίγκιπαν τώνε, νύχτα από τα Ταμπακαριά»
μην πα να = μήπως.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«αν το’πασιν οι φρόνιμοι, αληθινά το λέσι,
μα βλέπε αυτός ο λογισμός μην πα να σε πλανέση»  (Γ’ 173-174)
μιτσός, μικειός.  Βλ. «Πανώρια» ο.π.
«αλλότες, όντεν ήμονε μιτσή κορασοπούλα,
τσ’αγάπης εδικίμασα τα παραδάρματ’ ούλα»  (Α’247)
μπέτης = στήθος, «έλα ν’ αγγίξεις, όντε θες, στον μπέτη μου, κερά μου,
για να πιστέψεις πως χτυπά για σένα η καρδιά μου»  Μ.Ι.Ιδομενέως.
μπλιό, πλιό = πια.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«λέγει : αδελφέ μου, δε μπορώ στον κόσμο πλιό να ζήσω,
γιατί’βαλα ένα λογισμό και στέκω ν’αφορμίσω»  (Α’ 147-8)
(αφορμίζω=τρελαίνομαι).
μπόι=ανάστημα, μποϊλής, ψηλός,
«ο τράγος που σου πούλησα, ήτονε πρώτο μπόϊ
και πήες και τον ήσφαξες κι επήρες σκάρτο σόϊ» Μ.Ι.Ιδομενέως
ναίσκε, ναίσκες = ναι με επίταση, μάλιστα.  Βλ. «Ερωφίλη»
«ναίσκε, μα να χει απομονή κι αυτή ως εγώ τυχαίνει,
γιατί με τέτοιους βασιλιούς καλά’ναι παντρεμένη»  (Β’ 417-8)
νέικος =νιούτσικος,  «ακόμη είσαι νέϊκη και μη το βάνεις κάτω, και είναι και το πιάτο σου γλυκομπουκιές γεμάτο».  Μ.Ι.Ιδομενέως.
νταγιαντίζω, νταγιαντώ (τουρκ. dayanmak) = υποφέρω, αντέχω,
«χορτάριασε η αγάπη μας, μα δεν τη ξεχορτίζω,
γιατί τσι απιστίες σου μπλιό δεν τζι νταγιαντίζω» Μ.Ι.Ιδομενέως
ντελικανής (τουρκ. delikanli) = παλικάρι στην ακμή της νιότης του,
«δυό πόδια έχει η γι’ όρνιθα, τέσσερα το τραπέζι,
τέσσερα  ο ντελικανής απ’αγαπά και παίζει».
ξελακκίζω=ανοίγω λάκκο γύρω από τη ρίζα φυτού
«ήρθ’ ο καιρός να ξελακκίσομε τ’ αμπέλι».
ξενικόσταρο= καλαμπόκι,
«τα ξενικόσταρα (=οι ξενικοσταριές) που φύτεψε στο περβόλι μ’αφανίσανε τη γη και πρέπει να βρω κοπρά να κοπρίζω».
ξενομπάτης=επισκέπτης, μουσαφίρης,
«φαμέγιο με κατάντησες να σου βαστώ τα μπράτη
κι απόκειας με κακολαλείς ωσάν τον ξενομπάτη» Μ.Ι.Ιδομενέως.
οχρούτσης=διάολος.
«καβαλικεμένη την έχουν οι οχρούτσηδες κι ολημερνίς κι οληνυκτίς βλαστημά το γαμπρό τζη τον Κωσταντή»
οψές αργάς=χθες βράδυ.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«γλήγορα σε παντρεύγω εγώ με ρήγα, θυγατέρα,
κι οψες αργάς την προξενιά τη νύκτα μας εφέρα» (Γ’1035-6).
πατούλια=παρέα, ομάδα.  Βλ. «Φορτουνάτος»
«μη λάχει να προβάλουσι σολντάδοι απ’την πατούλια
και μετ’αυτούς τακαριστώ και πνίξω ωσάν κατσούλια»  (Δ’ 203-4).
(σολντάδος=στρατιώτης, τακαριστώ=πιτίθεμαι, κατσούλι=γατάκι).
περιπαίζω=περιγελώ.  Βλ. Ιωάν.Ανδρ.Τρωϊλου «Ροδολίνος», Κρήτη, 1630.
«πλιά κρίνω την αποκοτιά, τσ’ απόκοτους φελέζει μόνον η τύχη,
μα τσ’οκνούς γελά και περιπαίζει» (Ε’ 115-6).
(αποκοτιά=τόλμη, θάρρος, απόκοτος=τολμηρός, φελέζω=ωφελώ).
πλιά, πιό =περισσότερο.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«αγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλια παρ’άλλο
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο» (Α’ 39-40).
πορεύομαι=βολεύομαι.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«ωσά ζαβός και πελελός  πάντα’στεκε κ’εθώρει
τον τόπο όπου επορεύγετον  η πλουμισμένη κόρη»  (Α’ 1073-4)
(πελελός=τρελλός).
πορίζω=βγαίνω, «πόρισε, μωρέ, από την κάμερα να σε δει ο ήλιος, γη φοβάσαι μη σε μαυρίσει;»
πρεσβεντάρω=παρουσιάζω, προσφέρω κάτι για να το ξεφορτωθώ.
«επρεσβεντάρανέ μου και την πεθερά μου, η προκομένη η θυγατέρα τζη!».
προσώρας=για την ώρα «κουτσοπερνώ, προσώρας, με το λαδάκι που μ’απόμεινε απο το μαζωχτικό που πήρα», (μαζωχτικό=η αμοιβή της μαζώχτρας).
σκαμπίλι=(τουρκ.skabil) παιγνιόχαρτο, ράπισμα δυνατό,
«στον καφενέ ξημεροβραδιάζεται ο προκομμένος ο γαμπρός μου και παίζει σκαμπίλι»
σκαπέτι=σκάψιμο,
«έφαέ με το σκαπέτι του περβολιού και τ’αμπελιού»
σκουφίδα= μαλλιαδούρα, πολύ και πυκνό μαλλί,
«να κοντίνεις, μπρέ, τη σκουφίδα σου κι έφραξέ σου τη μούρη»
σουρομαδιώ=τραβώ και μαδιώ τα μαλλιά,
«εσουρομαδιθήκανε πάλι ο γείτονας με τη γυναίκα του».
σπαζοχολιάζω=σπάει η χολή μου από το φόβο, τρομάζω,
«εσπαζοχόλιασα οψές, απού ’ρθα να σε πάρω,
γιατί φοβήθηκα μη βρω στο σπίτι τον κουμπάρο» Μ.Ι.Ιδομενέως
στραλίζω=σκαλώνω,
«έριξα με τσι πέτρες έν’ απίδι, μα στράλιξε εις τα κλαδιά τσ’ απιδιάς κι έχασά το», (απίδι=αχλάδι, απιδιά=αχλαδιά)
τάβλα=σανίδα.  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«ήρισε ο ρήγας να γενή ένα ψηλό πατάρι,
εκεί οπού θε να μαζωχτού να τρέξου οι καβαλάροι,
τάβλες και τράβες και καρφιά και τέχνη τω μαστόρω,
εξετελειώσα ό,τι ήθελεν ο αφέντης εις το φόρο»  (Β’97-100)  (ήρισε=όρισε, αόριστος του ορίζω).
τούτανα=ετούτονα,αυτό,
«Α, δεν αλλάξεις τούτονε το δρόμο που’χεις πάρει, θα σου το σύρω σάικα εγώ το χαλινάρι» Μ.Ι.Ιδομενέως (σάικα=ασφαλώς, βέβαια).
τρουλωτός=αυτό που έχει σχήμα τρούλου, υψώματος, σωρού,
«το μπακαλίκι μου πουλώ σε τρουλωτά τσουβάλια
κι όλα τα δίδω βερεσέ δύο ρούπια κι έξε ρυάλια»  Μ.Ι.Ιδομενέως
(μπακαλίκι=μπακαλικά, είδη παντοπωλείου, ρούπι=νόμισμα μικρής αξίας)
τσαρσί (τουρκ. carsi)=αγορά,
«τσαρσί-τσαρσί τόνε λαλούν και βγαίνουν στο Μεϊντάνι,
τα δάκρυα τω χριστιανώ η χώρα δεν τα βάνει»   (μεϊντάνι=η πλατεία, το παζάρι)
ψαλιδόκωλος=αυτός που φορεί «στενά» φράγκικα πανταλόνια, σε αντίθεση με τον βρακοφόρο ή βρακά, λέγεται και κορδόκωλος. Βλ. «Κατζούρμπος»
«για τσι φελλούς φορώ να ζω!  Δεν είν’πολύ ανέ σφάνω, θαμάζομαι πώς έχω νου τσι βράκες μου και βάνω»   (Γ’251-2)  (σφάνω=σφάλλω, κάνω λάθος,  θαμάζομαι=απορώ).
ψαρές=είδος όσπριου από όπου παράγεται η φάβα,
«εκάμαμε, γυναίκα, καλή σοδειά από ψαρές και ροβίθια,
να ξεχειμωνιάσομε κι οφέτος».
ώστε να=έως ότου,  Βλ. «Ερωτόκριτος»
«και μετά κείνο να περνώ ώστε να παραδώσω,
κι ώστε να φέρουν οι καιροί τη ζήση να τελειώσω» (Β’ 73-74)

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.