Αποστείλετε το άρθρο με emailΕκτυπώστε αυτό το άρθροShare it... 1
ΤΟΠΙΚΑ

"Εφυγε" ο ριμαδόρος Νίκος Ψαρός


'Κορφή και αγγελοκορφή που είσαι με τα ρόδα
του Ουρανού αυλήμονα, πορίστρα των αγγέλων
άγγελος νάμουν κι εγώ πάνω σου να πορίζω
Γη κι Ουρανό να χαίρομαι!'.
Από το βιβλίο του Νίκου Ψαρού 'Ριζίτικα του καιρού μας' (1980)

Το τελευταίο αντίο λένε σήμερα συγγενείς και φίλοι στον ριμαδόρο Νίκο Ψαρό (Ψαρουδάκη), ο οποίος έφυγε ξαφνικά από τη ζωή. Η κηδεία του θα γίνει σήμερα στη 1 μ.μ. στο Γωνί Ασκύφου Σφακίων.
Συνεργάτης των 'Χανιώτικων νέων' για περισσότερα από 20 χρόνια, ο Νίκος Ψαρός αναβίωνε και διαιώνιζε μέσα από τα κείμενά του την κρητική παράδοση, τη ντοπιολαλιά και τη λαογραφία του τόπου μας.
Οι διακρίσεις του πολλές και ακόμα μεγαλύτερη η προσφορά του στη λαογραφία και στον πολιτισμό του τόπου μας, με τις μαντινάδες και τα κείμενά του να εξιστορούν γεγονότα και να μιλούν για πράγματα και καταστάσεις στην Κρήτη και ιδιαίτερα στα αγαπημένα του Σφακιά.
Κάθε του κείμενο προσεγμένο, με τον ίδιο να επιμελείται μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Να ψάχνει την κάθε λέξη, να αναζητά, να στοχάζεται για την κρητική διάλεκτο. Αυτό άλλωστε έκανε και στο τελευταίο κείμενό του που άφησε λίγες μόλις ημέρες πριν στα γραφεία μας.
Με τη δημοσίευση αυτή, τον αποχαιρετούμε και εκφράζουμε τα θερμότατα συλλυπητήριά μας στην οικογένεια και στους οικείους του.
Τα 'Χανιώτικα νέα'



Ορθογραφίες κι Ετυμολογίες

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΨΑΡΟΣ

Συναπαντηχτήκαμε πρόσφατα μ? έναν καλά γραμματιζούμενο συμπολίτη μας κι επιάσαμε κουβέντα για τα γράμματά μας. Τον ερώτηξα, λοιπόν, πώς πρέπει να γράφω τ? όνομά μου (Ψαρός) μ? ένα ή δυο ρο;
- Εσύ, μου λέει, πώς νομίζεις;
- Μ? ένα το γράφω, του λέω και μ? ένα νομίζω. Γιατί σ? ένα παλιό Δημοτολόγιο, του χωριού μας (τ? Ασκύφου) υπάρχουνε γραμμένοι, δυο αδελρφοί του παππού μου, έτσι, (μ? ένα). «Ψαρός Νικόλαος του Μαν. 1855 και Ψαρός Ιωάννης του Μαν. 1857».
Τον πατέρα μου, μ? ένα τον έχουνε κι αυτόν, αλλά με -άκης. «Ψαρουδάκης Σταύρος του Ιωσ. 1896». Ξέρω, πως η απλή λέξη ψαρός (χοχλιός, τράγος κ.λπ.) σημαίνει γκρίζος κι ο Μπαμπινιώτης τη γράφει μ? ένα. Ψαρός άνθρωπος, γράφει, σημαίνει γκριζομάλλης. Γιατί τώρα, διάφοροι συνώνυμοί μου, το γράφουνε με δυο (Ψαρρός) δεν ξέρω.
Ισως για να ?ναι περισσότερο παλικαρίστικο!
- Ναι... μου λέει. Θαρρώ πως για το δικό ντου τ? όνομα, καθένας το δικαίωμα το ?χει, να το γράφει κατά τη λόξα ντου. Ετσι μερικοί και το -άκης το γράφουνε με γιώτα (Χατζιδάκις). Ενώ κανονικά πρέπει με ήτα, σαν αρσενικό πρωτόκλιτο. Την έγνοια μου όμως εγώ, μου τονίζει, την έχω στις ετυμολογίες. Πάρα πολύ, δύσκολη δουλειά! Συνέχεια διορθώνω κι επαναδιορθώνομαι... και σίγουρα θα το κάνω, μέχρι που να πεθάνω.
- Πες μου κιαδυό παραδείγματα, του λέω.
- Τ? όνομα του φαραγγιού της Σαμαριάς, μ? απασχολούσε, μου λέει, τώρα τελευταία. Ολοι λοιπόν πιστεύουνε, πως προέρχεται από το κλησιδάκι της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, πού ?ναι μέσα του χτισμένο ή της Σάντας Μαρίας, στα βενετσιάνικα. Μ? αυτό για μένα καθόλους δεν κολλούσε. Πολύ μου φαινότανε για τον τέτοιον τόπο, τ? όνομά του να το λάβει, από μιαν τέτοια... ξένην οσία. Και το βενετσιάνικο 'Σάντα', πάλι δεν έδενε με τον τόπο, γιατί μέσα στο φαράγγι, μάλλον πως τέτοιοι (Βενετοί) ποτές δεν θα πατήσανε (το λέει και το τραγούδι του Δασκαλογιάννη). Ψάχνοντας, λοιπόν, πιστεύω πως βρήκα τη σωστή λύση: Υπάρχει μιαν αρχαία λέξη, το «άμα» που σημαίνει ομού, μαζί. Αν την ενώσομε με το ρέω, θα κάμομε τη λέξην «αμαριά». Κι από τη γενική της (της αμαριάς) μπορεί να βγει «Σαμαριά».
- Ναι... ταιριάζει, τού ?πα. Παρόλο που για την αμφιβολία του συμφωνούσα, μα για τη λύση του, όχι και... τόσο.
- Τ? άλλο σου παράδειγμα; του λέω.
- Η λέξη «παπούρα» μου λέει. Ξέρεις τι ?ναι; με ρωτά.
- Αναντρανιστός, όβγορος και στρωτός τόπος, του λέω. Παπούρες έχουν οι ψηλές μαδαροκορφές, π? οι μυτερές τωνε (κάποτε...) τρούλες, έχουν αποκοπεί από τις θύελλες κι είναι στρωτές σαν τραπέζια. Ετσι λέμε στην παπούρα των Παχνώ, τση Σβουριχτής, του Κάστρου κ.λπ. Μα το λέμε και για πολύ χαμηλότερους γερτούς τόπους. «Στην απάνω μπάντα του σωχώρoυ, στο παπούρι, π? η γης είναι φτενή, χαυντούκιασε κιόλας το κριθάρι, μα χαμηλά, στο λακκούδι, βασιλικός ακόμη!».
- Ναι, μου λέει, σωστά ξέρεις. Μ? η λέξη «παπούρα» μπορείς να μου πεις, από πού βγαίνει;
- Δύσκολο, τ? απαντώ, μα θα μου πεις εσύ.
- Οπέρυσις, μου λέει, πίστευα πως βγαίνει από το «πάπυρος». Μ? οφέτος όχι. Πιστεύω πως βγαίνει από το καλυμμαύκι του παπά. Πού ?ναι κομμένο κι επίπεδο στην κορφή του.
Δεν μ? ικανοποίησε μήτ? αυτό. Κι αφού μού ?χε πει -πολύ τίμια- πως συνέχεια επαναδιορθώνεται, πίστεψα πως είχα το δικαίωμα, να κάμω κι εγώ, τη δική μου 'έρευνα'. Φτάνοντας στο σπίτι, έπιασα τα Λεξικά.
Στο 'Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης', του Ι. Δρ. Σταματάκου, βρήκα δυο λέξεις: Την «αμάρα» που σημαίνει αύλαξ, διώρυξ, οχετός, υδραγωγείον. Και το «αμαρύσσω», που σημαίνει σπινθηροβολώ, ακτινοβολώ, εκπέμπω μαρμαρυγάς, λάμπω.
Στο Λεξικό του Μπαμπινιώτη, βρήκα τ? όνομά της «Αμαρυσίας Αρτέμιδος» που θά ?χει σχέση με το «αμαρύσσω» και που, από δικό της ιερό, πήρε τ? όνομά του το Μαρούσι, στην Αθήνα.
Πολύ λοιπόν ταιριάζει, τ? όνομα του φαραγγιού, να βγήκε από την «αμάρα». Μα πιθανότερο, από ιερό της «Αμαρυσίας Αρτέμιδος» που μπορεί να ?τανε και στη θέση τ? ακόμα στεκάμενου, της Αιγυπτίας οσίας.
Για τη λέξη «παπούρα» ο νους μου πήγε αμέσως στα παπόρια. Π? οι κορφές τωνε, τα καταστρώματά ντωνε, είναι ψηλά, στρωτά κι όβγορα, μέσα στα πέλαγα, σαν και τις κουτσοτρουλισμένες μαδαροκορφές.


ΓΛΩΣΣΑΡΙ:
Χαυντούκι = αποξηραμένο χόρτο
κουτσοτρουλισμένος = με κομμένη κορυφή



ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

  • Γιώργος Κιαγιάς | 28.12.2011 | 17:42

    πονώ για κάθε στιγμή που μπορούσα να είμαι μαζί του και δεν ήμουν γιατί νόμιζα πως είχα να κάνω κάτι πιο σημαντικό. Τώρα που είναι αργά καταλαβαίνω πως ήταν πολύ λίγα τα πράγματα που ήταν πιο σημαντικά ή πιο όμορφα απο την παρέα του.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.