Μουσείο Τυπογραφείας

ΠΕΝΤΕ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ

Τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων

Καλοκαίρι στο χωριό. Με το ατελείωτο τραγούδι των τζιτζικιών. Με την αλμύρα από τη θάλασσα στην πλάτη. Να χάνεσαι στους δρόμους, στο ατελείωτο παιχνίδι με τους φίλους. Ο χρόνος ´παγωμένος´, με μια γεύση από καρπούζι στα χείλη. Το τραπέζι στρωμένο από τη γιαγιά και του παππού το χέρι μαξιλάρι στον μεσημεριανό τον ύπνο. Τα απόγευμα η παρέα να σε καλεί επίμονα για να ματώσετε ξανά τα γόνατα σε ντρίμπλες μέχρι το δειλινό. Και τα βράδια… Τα βράδια γεμάτα αστέρια και όνειρα να σε βρίσκουν με τα μάτια ανοιχτά ξαπλωμένο στην ταράτσα του σπιτού, με έναν απόηχο πανηγυριού για νανούρισμα…
Πέντε καλλιτέχνες των Χανίων ταξιδεύουν πίσω στον χρόνο. Σε κάποιο καλοκαίρι στην εξοχή και μοιράζονται με τις ´διαδρομές´ μνήμες, εμπειρίες και στιγμιότυπα των παιδικών τους χρόνων…  

Σταύρος Ψυλλάκης, σκηνοθέτης
´Το χωριό ήταν το βασίλειό μου´

Το χωριό της μάνας μου είναι η Κρύα Βρύση. Κάθε καλοκαίρι με έστελναν οι δικοί μου για να με δουν η γιαγιά και ο παππούς. Εκεί ήταν το βασίλειό μου. Ημουν το πρώτο εγγονάκι κι αγόρι και με είχαν στα ώπα-ώπα. Με κανάκευαν με τις ώρες. Θυμάμαι να με κοιμίζουν τα βράδια στην ταράτσα και να βλέπουμε αυτό τον απίστευτο ουρανό ενώ μου έλεγαν ιστορίες, μια από αυτές για τον πρώτο Ρώσο αστροναύτη, τον Γκαγκάριν, ο οποίος πήγαινε στο διάστημα.
Θυμάμαι τη μοναδική μυρωδιά από τη στάκα με τα αυγά που τηγάνιζε η γιαγιά. Την ίδια εποχή τρέχαμε όλα τα παιδιά μια παρέα και ταυτόχρονα  συνέβαιναν διάφορα γεγονότα που θα τα έλεγα γεγονότα ´ενηλικίωσης´.
Ενα από αυτά μου έχει μείνει έντονα. Ηταν κάποια στιγμή που έτρεχα στο καλντερίμι, έπεσα κάτω και χτύπησα πάρα πολύ δυνατά πάνω στις πέτρες. Δεν θυμάμαι τι τραύματα είχα, αλλά ξέρω ότι απέκτησα τεράστια δύναμη, γιατί τα έβαλα με την πέτρα και δεν με νίκησε!
Θυμάμαι ακόμα ότι όλοι οι τόποι ήταν στοιχειωμένοι με τον τρόπο τους. Κοντά στο ποταμάκι που τότε ακόμα έρεε υπήρχαν νεράιδες που μας τις αφηγούνταν στα παραμύθια ίσως και για να μας τρομάξουν, να μην απομακρυνόμαστε πολύ από το σπίτι. Μαζί με αυτές και ιστορίες θησαυρών που μας έλεγαν κάποιες γιαγιάδες.
Μία από αυτές η Παπαγιαννάκενα.  
Ολο αυτό το περίφημο βασίλειο γκρεμίστηκε με έναν απίθανο τρόπο. Είχαμε ένα πολύ ωραίο ουγγαρέζικο άλογο τον Κίτσο. Μου άρεσε να παίζω μαζί του. Ενα πρωινό πήγαμε να τρυγήσουμε το αμπέλι. Εμπαινα όμως στα πόδια τους και για να με ξεφορτωθούν με έβαλαν να διώχνω το άλογο κάθε που πλησίαζε τα σταφύλια. Δεν έκατσα όμως ήσυχος. Αρχισα να τρέχω πάνω – κάτω, σκόνταψα κι έπεσα. Η επόμενη εικόνα που έχω είναι να τρέχει ένα άλογο και να με έχει βουτήξει από το μπούτι. Έχασα τις αισθήσεις μου. Συνήλθα αρχικά στην αγκαλιά ενός θείου γεμάτος αίματα. Γύρω μου κράβγαζαν ´στον γιατρό!´. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα. Συνήλθα τελικά στο κρεβάτι του σπιτιού μας. Ακολούθησαν περιπέτειες με τους γιατρούς. Το σημάδι υπάρχει ακόμα στο πόδι μου. Αργότερα έμαθα ότι το άλογο το έδειραν πολύ. Αυτό το περιστατικό ήταν η αφορμή να σταματήσει η επαφή μου με το χωριό. Δεν με ξανάστειλαν.
Όταν μετά από 5-6 χρόνια ξαναβρέθηκα στο χωριό είδα από μακριά το άλογο, τον Κίτσο. Ταράχτηκε πάρα πολύ που με είδε. Το ίδιο κι εγώ. Αυτό ήταν το φινάλε για το παιδικό μου βασίλειο.

Αλέξανδρος Λογοθέτης, ηθοποιός
´Στιγμές γεμάτες  γλύκα κι ομορφιά´

Το χωριό της γιαγιάς μου είναι η Χαρβάτα. Εκεί περνούσα ένα μήνα κάθε καλοκαίρι. Ηταν η θεία μου Ρωξάνη, οι ξαδέρφες μου η Κατερίνα και η Στέλλα, ο θείος μου ο Λευτεράκης αδερφός της γιαγιάς μου. Ηταν ένα μέρος που ήμουν πολύ εξοικειωμένος. Ηταν χωριό και μου άρεσε. Ελεύθεροι πάντα, πλακωνόμασταν συνέχεια με τις ξαδέρφες μου (μια φορά η μία με είχε χτυπήσει με ένα τηγάνι στο κεφάλι!).
Θυμάμαι όταν μπήκε ένας γκιόνης μέσα στο δωμάτιό μου και κατουρήθηκα πάνω μου. Οπως μου λένε έκλαιγα αλλά όταν ήρθε η θεία μου δικαιολογήθηκα ότι απλώς είχα ιδρώσει!
Η γιαγιά μου δεν μου χάλαγε ποτέ το χατίρι, ποδηλατάδες και ´αλητεία´. Αισθανόμουνα απόλυτη ελευθερία. Θυμάμαι τις εκδρομές μας. Θυμάμαι να περπατάω στην παραλία του Φραγκοκάστελου σε μια παραλία γεμάτη αγάλματα που είχε φτιάξει ένας ξένος γλύπτης. Ένα θέαμα μαγικό.
Θυμάμαι το κρασί του θείου μου του Λευτεράκη που ήταν πολύ δυνατό, τα βαρέλια που είχε μέσα στην αποθήκη. Τα αμπέλια αλλά και τα ξεγυρισμένα πανηγύρια στα Ποντικιανά.
Τα πιλάφια, τα τεράστια τσικάλια με το βραστό και τη στάκα.
Θυμάμαι ακόμα που με έλεγαν στο καφενείο στα Ποντικιανά κοριτσάκι γιατί ήμουν πάντα άτριχος και με μακρύ μαλί. Κοριτσάκι και σπανό. ´Ολα γίνονται´, μου έλεγαν, ´μόνο του σπανού τα γένια δεν γίνονται´ και εγώ γινόμουν έξαλλος. Μια μέρα το είχα ακούσει τόσες φορές αυτό το ´κοριτσάκι´ που κάνω μια έτσι και κατεβάζω το βρακί μου μπροστά στο καφενείο!  
Κυριαρχεί πάντως στις αναμνήσεις μου πολλή γλύκα και ομορφιά. Ηταν όλα τόσο ωραία. Πλήρης ελευθερία, ωραίες παρέες, καλή οικογένεια. Η γιαγιά μου με αγαπούσε, ο θειός μου με αγαπούσε, οι θειές μου. Ημουν ο μόνος εγγονός στην οικογένεια ακόμα και είχα όλη την προσοχή πάνω μου.
…Κάθε φορά που έφευγα για την Αθήνα έκλαιγα. Και βέβαια έφευγα πάντα καθυστερημένος. Ποτέ στις αρχές Σεπτεμβρίου. Πάντα στο τελείωμα του μήνα.

Λεωνίδας Μαριδάκης, μουσικός
´Τότε ο χρόνος δεν υπήρχε´

Την παιδική μου ηλικία στο χωριό, τον Κεφαλά, την θυμάμαι σαν ένα απέραντο καλοκαίρι. Ως μουσικός πια -δεμένος με μια τέχνη που υπάρχει μόνο μέσα στο χρόνο- σκέφτομαι ότι η κυρίαρχη αίσθηση τα καλοκαίρια ως παιδί στο χωριό ήταν ότι ο χρόνος δεν υπήρχε. Δεν είχε σημασία αν ήταν πρωί ή σούρουπο όταν παίζαμε κρυφτό ή πόλεμο στο δάσος ή όταν εξερευνούσαμε τις θαλασσινές σπηλιές στην θάλασσα κάτω από το χωριό.
Σημασία είχε μόνο το παιχνίδι: το κυνήγι των εντόμων, η ολοκλήρωση μιας καλύβας πάνω σε ένα δέντρο, να κατατροπώσουμε τους ´εχθρούς´ μας, τα άλλα παιδάκια δηλαδή κ.λπ.. Μάλιστα, θυμάμαι τους παππούδες μου να αποτυγχάνουν παταγωδώς να βάλουν κάποια όρια στο παιδικό μου συμπάν, του μη χρόνου, πράγμα που έφερνε τιμωρίες και γκρίνιες εν μέσω διακοπών… Το χωριό τότε φάνταζε στα μάτια μου σαν μια μεγάλη υπόσχεση. Σαν ένα λούνα παρκ ή μια ντίσνεϊλαντ που μπορείς να επινοείς εσύ τα παιχνίδια και το βασικότερο: δεν χρειαζόταν να σε συνοδεύουν οι γονείς σου! Η ταινία ´Ο πόλεμος των άστρων´ που είχα δει ως παιδί ήταν κάτι… απλώς ενδιαφέρον σε σχέση με το χωριό. Ίντερνετ και βίντεο-γκέιμς δεν υπήρχαν φυσικά τότε στο χωριό.
Υπήρχε όμως το ´σπιτικό´ μηχανουργείο του πατέρα μου, που μου έδινε την δυνατότητα να εργάζομαι συστηματικά για να πραγματοποιήσω το όνειρο μου την κατασκευή δηλαδή ενός ανθρωπόμορφου ρομπότ. Θυμάμαι και πολλά ήθη και έθιμα του τόπου, μερικά πολύ σκληρά και βλακώδη όπως το παράνομο ψάρεμα με δυναμίτες (που υποσχόταν άφθονο ψάρι σήμερα αλλά ένα “αύριο” χωρίς καθόλου ψάρι) αλλά και μερικά υπέροχα όπως το λεγόμενο ´πατητό´ όλο το τελετουργικό δηλαδή για να φτιάξουμε το κρασί. Τρύγος, πάτημα των σταφυλιών, μετάγγιση του μούστου στα βαρέλια. Θυμάμαι έδινα πάντα όλο μου το ταλέντο και τον ενθουσιασμό στη φάση δύο, βουτούσα μισόγυμνος μαζί με τα άλλα παιδιά μέσα στα σταφύλια και χοροπηδούσαμε βουλιάζοντας μέσα στη λάσπη του μούστου μέχρι τελικής πτώσεως.
Οταν στην αρχή της εφηβείας μου αυξηθήκαν κατακόρυφα τα ερωτικά μου ενδιαφέροντα πίστεψα πως η μεγάλη υπόσχεση της παιδικής ηλικίας άρχισε να εκπληρώνεται. Δεν πέρασε καθόλου από το μυαλό μου, όμως, ότι ξεκίνησε ταυτόχρονα και το πέρασμα σε μια πραγματικότητα που ο χρόνος θα υπάρχει και η ευτυχία θα μετριέται, πια, σε στιγμές.      

Ιωάννης Αρχοντάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του ´Ελαιουργείον – Εργοστάσιο Τέχνης´
´Εναστρες νύχτες στο περιβόλι με τον Κουμπέ´

Για ένα φτηνό αυτοκίνητο της σειράς γκρεμίστηκε το τοπίο της παιδικής μου μνήμης. Και όχι ένα τοπίο απλό. Ενα μνημείο. Μέσα στα περβόλια που κύκλωναν τα Χανιά κείνα τα παλιά ανέμελα χρόνια που στέκονται σαν ορόσημο στη μνήμη μου. Μνήμη δροσερή και ολοζώντανη. Ολων εμάς των πιτσιρικάδων που σήμερα έχουμε ωριμάσει και μεταλλαχτεί μα δεν έχουμε ξεχάσει τις έναστρες νύχτες με την πλάτη μας κολλημένη στο χώμα. Και οι πορτοκαλιές της θύμησης τεράστιες, ιδωμένες από κάτω προς τα πάνω, ελκυστικές σκάλες για τα αστέρια και εκείνες. Κι εκεί στη μέση του περιβολιού το Μέγα Μυστήριο. Γιγάντιο. Πετρόχτιστο. Αψηλό. Πολύχρονο. Το μισό κύβος και το άλλο μισό στην κορφή, μισή σφαίρα να γλύφει τον ουρανό. Σαν μια μεγάλη χέρα να βαστά τρυφερά κάθε βράδυ τον ολόφωτο γαλαξία κι εμείς εκστασιασμένοι να αγναντεύουμε κάθε φορά, σα να είναι η πρώτη, το τέλειο τόξο της κορφής να συναντά τον ουράνιο θόλο και να εφαρμόζουν τέλεια: Αρσενικό – Θηλυκό. Μέσα στο καλοκαιρινό, δροσερό περιβόλι εμείς, κατάχαμα. Ενα με τη γη. Και η γη να στροβιλίζεται στο υπερπέραν παρασύροντάς μας στην πλάτη της και στον χορό της. Και να λικνίζονται τα πορτοκάλια και να λάμπουν αυτόφωτα πάνω απ? τα κεφάλια μας. Ισως να κουδούνιζαν κιόλας… Και τούτος ο χορός και η ζάλη δεν είχε τέλος, δεν υπήρχε ξημέρωμα. Κράτησε ολόκληρη την εφηβεία και συνεχίζει μυστικά ακόμα και τώρα βαθιά, κρυμμένη μέσα μου. Τα χρόνια πέρασαν και η πρωτεύουσα με υποδέχτηκε στην αγκαλιά της. Τα περιβόλια της παιδικής μου μνήμης στην επαρχιακή μου πόλη γίνανε οικόπεδα. Αρχισαν να χτίζονται. Το ένα μετά το άλλο. Τα μπετονένια κτήρια ξερίζωσαν τις πορτοκαλιές. Στην αρχή πλησίασαν δειλά το πετρόχτιστο θολοσκέπαστο κτήριο. Μετά το ακούμπησαν από δεξιά και αριστερά. Τελικά το έπνιξαν. Ασχημα αυτά. Κουμπελίδικο εκείνο.
Και πίστεψα πως το κακό είχε ολοκληρώσει το στόχο του. Μα έκανα λάθος. Σαν γρήγορος επισκέπτης της γενέθλιας πόλης μου διέσχιζα βιαστικά την οδό Περιβολίων γνωρίζοντας πως περιβόλια δεν θα βρω πια, αλλά αναζητούσα να δω έστω και λαβωμένο το πετρόχτιστο Μέγα Μυστήριο των παιδικών μου χρόνων. Και τότε το είδα. Και ανατρίχιασα. Για το γκαράζ ενός φτηνού αυτοκινήτου της σειράς είχαν γκρεμίσει οι ιερόσυλοι το ´Κοιμητήριο του Τούρκου´. Είχαν γκρεμίσει τον Κουμπέ της οδού Περιβολίων. Χωρίς αναστολές, χωρίς αιδώ. Για ένα γκαράζ. Είχαν γκρεμίσει το συμπαντικό κέντρο της παιδικής μου θύμησης. Ενα μνημείο. Οι δολοφόνοι.    

Γιάννης Μαρκαντωνάκης, γλύπτης
´Καλοκαίρια με διαβατάρικα πουλιά και άνυδρα κηπευτικά´

Αυτές τις μέρες που ο Φαέθων ανέβασε υψηλές θερμοκρασίες, φαντάστηκα τον εαυτό μου να ξαναγυρίζει στα παιδικά μου χρόνια. Μόλις τελειώναμε το σχολειό τον Ιούνιο, αφήναμε το μίζερο σπίτι μας στα Χανιά και ανεβαίναμε στο τοπίο που απολαμβάνεις την απόλυτη θεώρηση του ουρανού, στο Οροπέδιο του Ομαλού. Στο Σεληνιώτικο γύρο, ο πατέρας μου Πέτρος, ήδη από νωρίς στο τέλος του χειμώνα εγκατεστημένος. Πολυπράγμων, μοναδικός χειριστής τρακτέρ στον κάμπο, φύτευε σε κοινοτικά χωράφια σε μεγάλες εκτάσεις δημητριακά και στις 8 Ιούνη τον περίφημο σπόρο της μαλίτικης πατάτας. Αργότερα καλαμπόκια και δροσερά κηπευτικά. Ολα άνυδρα. Εκεί που τώρα εντελώς απροκάλυπτα χαράκωσαν ανεπανόρθωτα τη γη για να κάνουν μια  τερατοδεξαμενή…
Τότε το μεγάλο πετρόχτιστο πηγάδι δεν επαρκούσε για ύδρευση ανθρώπων και ζώων, γι? αυτό και ο μάστορας Πέτρος έκανε μια δεξαμενή που μάζευε το νερό από τα δώματα. Καφετζής για τους βοσκούς και για τους αγρότες της περιοχής, είχε παραλληλα τυροκομείο, όπου τυροκομούσε αφού έμαθε την τέχνη από τον Γιώργο Ξενάκη.
Θυμήθηκα στο κρύο υπόγειο που αλάτιζα γραβιέρες. Δύσκολες δουλειές, οι πρώτες ύλες από τα Χανιά, μέσω Λάκκων συντομότερος ο δρόμος, τρομερή εμπειρία το καμίνι με τα ξύλα σε μια πλαγιά για τον ασβέστη…
Οι αναμνήσεις ξεσαλώνουν και επανέρχονται εφιαλτικά επιλεκτικά μετά την ανάδειξη του προβλήματος της λιμνοδεξαμενής. Ό,τι έχει να κάνει με τα βιώματα και τη γη του οροπεδίου, προβάλλει παρατεταμένα.
Θερισμός, αλωνιστική μηχανή, το κοντοκομμένο άχυρο να κολλάει στο ιδρωμένο δέρμα, ο καρπός, ο καρπός από ένα τριάντα η μαυριδερή σίκαλη κι εμείς να ρίχνουμε βουτιές στο δωμάτιο που τη χύναμε αφού δεν αρκούσαν τα σακιά και μετά φουλ στα κρύα νερά της παγωμένης λιμνούλας.
Μετά, υπέροχα τοπικά φρούτα, απίδια, μικρά μήλα, άγρια βατόμουρα.
Ψηλά το όρνεο, κοράκια φιλικά, πανέμορφα χρωματιστά πουλιά, διαβατάρικα, συκοφάδες, φάσες, μελισσοφάδες και εκατοντάδες μικρά ζιγαρδέλια επάνω στην γαϊδοραγκαθιά που λύγιζε. Το μάζεμα της μαλοτήρας και της άγριας ματζουράνας από τα γύρω βουνά, το τάισμα της γουρούνας…
Τά ?χα ξεχάσει αυτά. ´Ετσι πορεύτηκα κάποιο διάστημα, πονώντας για τις λησμονημένες μνήμες, αναζητώντας μέρη και ανθρώπους που δεν βρήκα…´, γράφει ο Γκαλεάνο στο ´Βιβλίο των εναγκαλισμών´…
Με τα χρόνια, σπούδασα Τέχνη, γνώρισα χιλιάδες ανθρώπους αστούς καλλιεργημένους, τους ´κατέγραφα´, τους έβαλα στον ´σκληρό´. Ξέχασα τους φτωχούς βουνίσιους μεροκαματιάρηδες. ´Είμαστε η δοκιμή της ανάμνησης, η δοκιμή της λήθης´, μου λέει ο φίλος μου Αρκάς ψυχίατρος και εγώ εντελώς επιλεκτικά ανασύρω από τη μνήμη βλέποντας τον καλοσυνάτο χαμογελαστό Χανιώτη καραγκιοζοπαίχτη τις στιγμές του 1967-68 που έπαιζα κάτω από το μεγάλο τραπέζι του καφενείου μας αυτοσχέδιο θέατρο σκιών προς τέρψιν των αγράμματων βοσκών…

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.