Συνεχίζονται οι προσπάθειες για τη δημιουργία Σπηλαιολογικού Μουσείου στο Χωρδάκι Ακρωτηρίου.
Η μεγάλη πυκνότητα σπηλαίων στην ορεινή πλευρά του Ακρωτηρίου στα Χανιά οδήγησε τον τέως Δήμο Ακρωτηρίου, σε συνεργασία με τις σπηλαιολογικές ομάδες της Κρήτης και υπό τη συμβολή του αναπληρωτή καθηγητή Μανώλη Μανούτσογλου, του Τμήματος ΜΗΧΟΠ στο Πολυτεχνείο Κρήτης, να ιδρύσουν το Σπηλαιολογικό Μουσείο Κρήτης, στο Χωρδάκι.
Αυτή η ενέργεια εντάσσεται στο πλαίσιο αξιοποίησης του γεωλογικού αυτού υποβάθρου, που στην Ευρώπη χρονολογεί δεκαετίες, ενώ στον ελληνικό χώρο, που διακρίνεται παγκοσμίως για το πλήθος, την ποικιλομορφία και την ομορφιά τέτοιων δομών, μόλις και έχουν αρχίσει να γίνονται τα πρώτα βήματα αξιοποίησης, με απρόσμενα ευχάριστα αποτελέσματα. Για την προβολή και αξιοποίηση των σπηλαίων της Κρήτης συστάθηκε, λοιπόν, στον Δήμο Ακρωτηρίου του Νομού Χανίων Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΦΕΚ 1281/Β/25-7-2007) με Διοικητικό Συμβούλιο κατά τα προβλεπόμενα στον Ν. 3463/2006, όπως ισχύουν κάθε φορά, με την επωνυμία «Σπηλαιολογικό Μουσείο Κρήτης Δήμου Ακρωτηρίου - Κέντρο Σπηλαιολογικών Ερευνών Δήμου Ακρωτηρίου».
Οπως επισημαίνει ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης, Μαν. Μανούτσογλου, μεταξύ των σκοπών του Μουσείου είναι και η διάσωση του υλικού που τεκμηριώνει την ιστορία της κρητικής σπηλαιολογίας, μέσω της συγκέντρωσης και διαφύλαξης των αρχείων των σπηλαιολογικών ομάδων και των σπηλαιολόγων ατομικά που δραστηριοποιήθηκαν και δραστηριοποιούνται στην Κρήτη ή με βάση την Κρήτη και κάθε είδους ιστορικού υλικού που τις αφορά. Η δημιουργία τέτοιου Μουσείου θεωρήθηκε ότι μπορούσε να συνάδει με την αξιοποίηση του κτηρίου του τέως Δημοτικού Σχολείου στο Χωρδάκι, κομβικό σημείο εκκίνησης ενός δικτύου επίσκεψης στα εγγύς σπήλαια.
Προωθήθηκε Φοιτητικός Αρχιτεκτονικός Διαγωνισμός για τους φοιτητές του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου στα Χανιά, όπου βραβεύτηκε η επίλυση των Νίκου Ασημάκη και Ευαγγελίας Καραμπούζη. Ενα νέο κτήριο δημιουργείται δίπλα στο υφιστάμενο με ανάλογο όγκο και η νέα λειτουργία συνδέει σε ενιαία επίλυση με συνεκτικό τον περιβάλλοντα χώρο.
Η διαμόρφωση του κτηρίου, εσωτερική και εξωτερική, προτείνει την απόδοσή του ως αποτέλεσμα της διαδικασίας δημιουργίας των σπηλαίων. Η ροή του νερού διαβρώνει τα πετρώματα του εδάφους δημιουργώντας μια κοιλότητα. Στον ρου του νερού τοποθετήθηκε ένα δοκίμιο γης, το οποίο νοητά διαβρώθηκε και θρυμματίστηκε. Τα θραύσματα που προκύπτουν υπόκεινται μεταφορά και καθίζηση (από το νερό) και δημιουργούν το νέο κτήριο του Μουσείου.
Η βασική πορεία του νερού - επισκέπτη παρέχει διαμπερή φυσικό αερισμό στον ημιυπαίθριο χώρο. Το δάπεδο της βασικής πορείας συμβάλλει στη διατήρηση καλής (χαμηλής) θερμοκρασίας στον χώρο, επειδή επιτρέπει τη διέλευση του νερού. Ο φυσικός ηλιασμός επιτυγχάνεται μέσω της υλικότητας των εξωτερικών και εσωτερικών τοίχων, οι οποίοι επιτρέπουν τη διείσδυση του φωτός ως το βαθύτερο σημείο του κτηρίου.
Το νέο κτήριο του Μουσείου, αποτελεί το κομμάτι της εμπειρίας και της περιπέτειας του επισκέπτη, η οποία προσομοιώνει το βίωμα ενός σπηλαιολόγου. Στο παλαιό κτήριο, τοποθετείται ο τομέας της γνώσης σε παραλληλισμό με την επιστημονική κατάρτιση που έχει ένας σπηλαιολόγος.
Πρόκειται για νέο ισόγειο κτίσμα με υπόγειο σε ορισμένο από το εμβαδόν του, τοποθετημένο στο νότιο τμήμα της περιοχής μελέτης. Επίσης το κτήριο περιλαμβάνει και έναν ημιώροφο στο βόρειο τμήμα του κτηρίου.
Στη στάθμη 0 (ισόγειο), η είσοδος στο κτήριο του Μουσείου γίνεται από την ανατολική πλευρά του και οδηγεί στον κεντρικό ημιυπαίθριο διάδρομο του Μουσείου, στον οποίο επιτυγχάνεται ο απαραίτητος δροσισμός του χώρου, με τη συνεχή ροή νερού κάτω από το δάπεδό του. Παράλληλα, εκτείνονται και οι δυο βασικοί χώροι έκθεσης επιφανείας 75 m2 έκαστος, οι οποίοι περιβάλλονται από τοιχία τύπου σαρζανέτ, επιτρέποντας έτσι την ομαλή κυκλοφορία του αέρα και επιτυγχάνοντας τη βιοκλιματική λειτουργία της κατασκευής. Επίσης, υπάρχει ένας χώρος πολλαπλών χρήσεων, ο οποίος διατίθεται για συνεδριάσεις και διαλέξεις και ο χώρος των περιοδικών εκθέσεων.
Οι δυο αυτοί χώροι επιφανείας 78 m2 και 45 m2, αντίστοιχα είναι κλειστοί και απολύτως στεγανοί, έχοντας βέβαια τη δυνατότητα ενοποίησης με τους λοιπούς χώρους έκθεσης και διάνοιξης εάν και εφόσον οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν. Στη στάθμη 1 (ημιώροφος), φιλοξενείται η καφετέρια του Μουσείου με εμβαδόν 45 m2 και είναι επίσης ένας χώρος κλειστός και απολύτως στεγανός. Στη στάθμη -1 (υπόγειο), υπάρχουν οι απαραίτητοι βοηθητικοί χώροι (αποθήκες) εμβαδού 80 m2 καθώς επίσης και οι τουαλέτες, οι οποίες συνδέονται με το ισόγειο με ράμπα στο ανατολικό άκρο του κτηρίου.
Η μελέτη εκπονήθηκε από τους φοιτητές του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Π.Κ., Νικόλαο Ασημάκη και Ευαγγελία Καραμπούζη, σε συνεργασία με την Τ.Υ. του Δήμου Ακρωτηρίου και υπό την επίβλεψη των καθηγητών Νικολάου Σκουτέλη του Τμήματος Αρχιτεκτόνων και Μανώλη Μανούτσογλου του Τμήματος Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης.
Το ερώτημα που γεννιέται και τίθεται, όχι μόνο στην τοπική, αλλά στην ευρύτερη, κοινωνία, στον καιρό αναζήτησης καινοτόμων ιδεών και προτάσεων, είναι τι θα απογίνει αυτή η προσπάθεια;
ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ
Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.