Μουσείο Τυπογραφείας

ΔΙΗΓΗΜΑ

Γράφει ο Γ. ΟΥΝΤΡΑΚΗΣ

Ονειρευτείτε, ένα κόσμο χωρίς λεφτά, χωρίς ταμπού, χωρίς κουκούλες, χωρίς προκαταλήψεις. Μπορείτε; Μα η χλιαρή διάθεση της αδυναμίας μου, δεν μ’ αφήνει να ονειρευτώ.
Η αδυναμία μου, εκείνο το στίγμα της ενοχής που μου φόρτωσε η εικονική πραγματικότητα. Έλεος, με τους πανίσχυρους ανθρώπους με την ατσάλινη θέληση. Αφήστε μια χαραμάδα για τα “ματωμένα πουκάμισα” των συνηθισμένων ανθρώπων. Αυτή η εθνική απερισκεψία με κομματιάζει.
Η χώρα των δυνατών Φραγκολεβαντίνων. Και των προσκυνημένων, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Η χώρα πρέπει να ξαναγίνει μια κάμινος ιδεών, για να καίει την συνείδησή μας.
Μαζέψτε την αχαλίνωτη δημόσια γλώσσα. Στις δημόσιες εξομολογήσεις να πηγαίνεις με άδεια χέρια. Ακόμη και η ενδοσκόπηση, πολλές φορές έχει παιδαγωγικό ρόλο.
Κάπου είχα διαβάσει, για το απαραίτητον του θανάτου. Όλα, τα λάθη, εδώ, γίνονται από τον φόβο του θανάτου. Και από μια ακατέργαστη ψευδαίσθηση, ότι μπορούμε να μοιάσουμε στην Φραγκιά, με την οποία μας χωρίζουν πολλά. Μα ποιος τολμά, να σκεφτεί έτσι σήμερα;
Να για παράδειγμα, ο Κωστάκης της παγωμένης γειτόνισσας. Σεινάμενος – κουνάμενος, με τον χαλκά των ιδιωτικών Πανεπιστημίων στην μύτη, ένα ακριβό αυτοκίνητο και πιστωτικές κάρτες. Με γκομενίτσα με τον ίδιο χαλκά, τον απωθούν οι Αλβανοί γιατί μιλούν καλύτερα ελληνικά απ’ αυτόν.
Ο Κωστάκης, φαντάρος ήτανε τσάτσος. Τσάτσος ανατράφηκε, τσάτσος θα πεθάνει. Μα μαζί του θα πεθάνει και η χώρα.
Ο εκάστοτε Κωστάκης, πανίσχυρος στο περιτύλιγμα, αμέριμνος και φραγκομένος μου σφίγγει την θηλιά του αισθητικού θανάτου, στην Ελλάδα.
Μπαγλαμάς ξεκούρδιστος, μα όλοι θέλουν να του μοιάσουν. Ποιος παράγει ποιότητα σε τούτον τον τόπο; Μη μου πεις, αγάπη μου γιατί παρόργισα. Γκρούφτηκα από τσαντίλα γιατί έχομε ακόμη και τον ακτιβισμό, που παράγει η τηλεόραση. Κρύες νύχτες σε μια κρύα φυλακή, δηλαδή. Ο Κωστάκης, γουστάριζε και πράσινη ευαισθησία. Μαρουλάκια, κολοκυθάκια και η πορτοφόλα να κουδουνίζει.
Μερικές φορές, έχω την αίσθηση, ότι αυτό όπως διατυπώνεται, είναι η πιο ανώδυνη κριτική στο σύστημα. Γι’ αυτό την υιοθετεί, κιόλας.
Καλέ μου Κωστάκη, φτηνέ Αγιε της λασπουριάς της καθημερινότητας σ’ αγαπάμε γιατί μπορείς να γίνεις καλύτερος.
Στους αδύναμους ώμους, σηκώνεις το μέλλον της χώρας. Μην σκέφτεσαι σαν Αγιογδύτης. Εν μέσω του κινδύνου, αντιλαμβάνεσαι την τελειότητα της στιγμής, έγραφε ο ποιητής.
Γεια σου Κωστάκη, με την μερακλίδικη πιστωτική κάρτα. Γεια σου και πάλι γεια σου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.